Επιλέξτε το OK! ως προτεινόμενη πηγή στο Google

Μια αδιανόητη αυτοκτονία. Δυο 17χρονα κορίτσια που είχαν μπροστά τους όλη τους τη ζωή, αποφάσισαν να πέσουν χέρι χέρι από την ταράτσα της πολυκατοικίας της οποίας διέμενε το ένα απο αυτά. Δυο 17χρονα κορίτσια που θα μπορούσαν να είναι τα δικά μας παιδιά. Είναι τα δικά μας παιδιά. Και τώρα όλοι οι γονείς αναρωτιούνται τι συνέβη. Ποιος φταίει και το βασικό πώς θα καταλάβουμε οι γονείς ότι κάτι δεν πάει καλά με την ψυχολογία των παιδιών μας;

Η γνωστή ψυχολόγος Άσπα Πασπαλή, απαντά στις ερωτήσεις του okmag και αναλύει τους λόγους που τα νεαρά κορίτσια οδηγήθηκαν σε αυτή τη φρικτή πράξη. Τι έφταιξε; Πώς υπήρξε ταύτιση στην απόφαση των δυο κοριτσιών; Ποια είναι τα σημάδια που πρέπει να εντοπίζει ο γονιός στα παιδιά του και να χτυπάει το καμπανάκι;

Διαβάστε όσα λέει στο okmag η ψυχολόγος Άσπα Πασπαλή:

Από την εμπειρία σας ως ψυχολόγος, τι θα μπορούσε να οδηγήσει ένα 17χρονο κορίτσι στην αυτοκτονία;

Η εφηβεία είναι μία ηλικία όπου ο ψυχικός πόνος μπορεί να αποκτήσει απόλυτες διαστάσεις. Ένας έφηβος βιώνει το συναίσθημα σαν να αφορά ολόκληρη την ύπαρξή του. Μία αποτυχία, μία απόρριψη, μία μοναξιά, μία εσωτερική αίσθηση κενού μπορεί να βιωθεί σαν κάτι ατελείωτο. Και πολλές φορές οι ενήλικες δυσκολεύονται να αντιληφθούν το μέγεθος αυτής της απόγνωσης, επειδή βλέπουν «ένα παιδί που έχει όλη τη ζωή μπροστά του».

Η κατάθλιψη στην εφηβεία συχνά κρύβεται πίσω από την απόσυρση.

Το παιδί κλείνεται στο δωμάτιό του, απομακρύνεται από φίλους, χάνει το ενδιαφέρον του για όσα αγαπούσε, εθίζεται στο διαδίκτυο ή σε ουσίες, κοιμάται υπερβολικά ή καθόλου, γίνεται ευερέθιστο ή μοιάζει συναισθηματικά «παγωμένο». Υπάρχουν παιδιά που μέσα στο ίδιο τους το σπίτι αρχίζουν σταδιακά να σβήνουν ψυχικά και γύρω τους οι άνθρωποι το ερμηνεύουν ως «τεμπελιά», «φάση της εφηβείας» ή «κακή συμπεριφορά».

«Η κατάθλιψη στην εφηβεία πολλές φορές μοιάζει με ένα παιδί που κλείνει αργά την πόρτα του δωματίου του και κανείς δεν καταλαβαίνει ότι μαζί κλείνει και τον ψυχικό του κόσμο.»

Και εδώ χρειάζεται να μιλήσουμε ανοιχτά για κάτι που στην Ελλάδα εξακολουθεί να υπάρχει πολύ έντονα: το στίγμα γύρω από την ψυχική υγεία των παιδιών και των εφήβων.

Ακόμη και σήμερα πολλοί γονείς φοβούνται τη λέξη «παιδοψυχολόγος» ή «παιδοψυχίατρος». Υπάρχουν οικογένειες που βλέπουν ότι το παιδί τους υποφέρει και παρ’ όλα αυτά δυσκολεύονται να ζητήσουν βοήθεια. Και όταν τελικά φτάσουν στον ειδικό, συχνά δυσκολεύονται να εμπλακούν οι ίδιοι.

Γιατί η ψυχική δυσφορία ενός παιδιού αγγίζει ολόκληρο το οικογενειακό σύστημα. Πολλές φορές ο γονιός μπορεί να απαιτήσει να «διορθωθεί» το παιδί, αλλά δυσκολεύεται να κοιτάξει τη συνολική δυναμική της οικογένειας, τις εντάσεις, τις απουσίες, τη συναισθηματική επικοινωνία ή ακόμη και τη δική του ψυχική εξάντληση.

Για αυτό βλέπουμε συχνά και άρνηση στη συμβουλευτική γονέων. Υπάρχουν γονείς που θα φέρουν το παιδί στην ψυχοθεραπεία αλλά οι ίδιοι θα μείνουν έξω από κάθε θεραπευτική διαδικασία, σαν το πρόβλημα να αφορά αποκλειστικά το παιδί και όχι το περιβάλλον μέσα στο οποίο μεγαλώνει. Όμως ένας έφηβος έχει ανάγκη από γονείς που μπορούν να ακούσουν, να αντέξουν, να εκπαιδευτούν συναισθηματικά και να συμμετέχουν στη θεραπευτική πορεία.

Το ίδιο συμβαίνει και με τη φαρμακευτική αγωγή. Ενώ κανείς δεν θα αμφισβητούσε μία αγωγή για μία σοβαρή σωματική νόσο, γύρω από τα ψυχιατρικά φάρμακα εξακολουθεί να υπάρχει τεράστιος φόβος και ενοχή. Και όμως, υπάρχουν περιπτώσεις όπου η κατάθλιψη έχει και οργανική βάση ώστε η φαρμακευτική υποστήριξη λειτουργεί προστατευτικά και σωτήρια.

«Στην Ελλάδα ακόμη φοβόμαστε περισσότερο την αναζήτηση ψυχολογικής βοήθειας για ένα παιδί από την ίδια την κατάθλιψη.»

Αυτό αποτελεί και ευθύνη της πολιτείας. Χρειαζόμαστε δημόσιες δομές ψυχικής υγείας για παιδιά και εφήβους, πρόληψη μέσα στα σχολεία, ενημέρωση των γονέων και αποστιγματοποίηση της ψυχικής ασθένειας. Γιατί σήμερα πολλά παιδιά υποφέρουν σιωπηλά μέσα σε οικογένειες που φοβούνται περισσότερο την ταμπέλα της ψυχικής δυσκολίας παρά τον ίδιο τον ψυχικό πόνο.

Και όταν ένας έφηβος νιώθει ότι ο πόνος του μένει αόρατος, μπορεί σταδιακά να δημιουργήσει μέσα του μία φαντασίωση «ηρωικής εξόδου». Μία ιδέα ότι μέσα από τον θάνατο θα σταματήσει επιτέλους η εσωτερική οδύνη ή ότι τότε μόνο θα γίνει πραγματικά ορατός. Σε μία ηλικία όπου η ταυτότητα ακόμη χτίζεται, αυτές οι φαντασιώσεις μπορούν να αποκτήσουν τεράστια δύναμη.

unsplash

Το ποσοστό αυτοκτονιών εφήβων στη χώρα μας είναι υψηλό. Ωστόσο πώς κρίνετε το γεγονός ότι εδώ είχαμε διπλή αυτοκτονία; Πώς ταυτίστηκαν οι δύο φίλες σε αυτή την τραγική απόφαση;

Οι εφηβικές φιλίες έχουν μία ένταση σχεδόν υπαρξιακή. Σε αυτή την ηλικία ο φίλος συχνά βιώνεται σαν ο μοναδικός άνθρωπος που «με καταλαβαίνει πραγματικά». Όταν δύο έφηβοι μοιράζονται βαθιά ψυχική δυσφορία, μπορεί να δημιουργηθεί μία πολύ ισχυρή συναισθηματική ταύτιση.

Ο ένας γίνεται καθρέφτης του άλλου. Η απελπισία, η μοναξιά και η αίσθηση αδιεξόδου αρχίζουν να κυκλοφορούν μέσα στη σχέση και να ενισχύονται αμοιβαία. Και όταν υπάρχει ήδη καταθλιπτική ευαλωτότητα, η αυτοκτονία μπορεί να αποκτήσει μέσα στη φαντασία των παιδιών χαρακτήρα κοινής λύσης, κοινής φυγής ή ακόμη και μίας τραγικής μορφής ένωσης.

Στην εφηβεία υπάρχει επίσης μία βαθιά ανάγκη ταυτότητας και ανήκειν. Κάποια παιδιά που αισθάνονται αόρατα ή ψυχικά ασύνδετα μπορεί να ταυτιστούν με αφηγήσεις δραματικής εξόδου, θυσίας ή αιώνιας σύνδεσης. Για αυτό χρειάζεται πολύ μεγάλη προσοχή στον τρόπο που παρουσιάζονται δημόσια τέτοιες υποθέσεις. Η δραματοποίηση ή η ρομαντικοποίηση μπορεί να λειτουργήσει επικίνδυνα για ψυχικά ευάλωτους εφήβους.

Ίσως το πιο τρομακτικό στοιχείο στις κοινές ή ομαδικές αυτοκτονίες είναι ότι η απελπισία παύει να βιώνεται ατομικά και μετατρέπεται σε μία κοινή ψυχική πραγματικότητα. Τότε μέσα στο μυαλό των παιδιών μειώνεται δραματικά η αίσθηση κινδύνου και ενισχύεται η ψευδαίσθηση ότι «μαζί μπορούμε να φύγουμε από τον πόνο». Διεθνείς έρευνες έχουν δείξει ότι στους εφήβους η συναισθηματική ταύτιση με συνομηλίκους μπορεί να λειτουργήσει πολλαπλασιαστικά σε περιόδους ψυχικής κρίσης, ιδιαίτερα όταν συνυπάρχουν κατάθλιψη, κοινωνική απομόνωση και έντονη ανάγκη για σύνδεση και αποδοχή.

Ποια είναι τα σημάδια που πρέπει να καταλάβει ένας γονιός ότι κάτι δεν πάει καλά με το παιδί του; Και αν το καταλάβει τι πρέπει να κάνει;

Οι γονείς χρειάζεται να γνωρίζουν ότι η κατάθλιψη στην εφηβεία πολλές φορές μοιάζει περισσότερο με απομάκρυνση παρά με εμφανή θλίψη.

Το παιδί αποσύρεται, κλείνεται στο δωμάτιο, αποφεύγει επαφές, χάνει ενδιαφέρον για δραστηριότητες που αγαπούσε, αλλάζει ο ύπνος και η διατροφή του, εμφανίζει έντονη ευερεθιστότητα, παραίτηση ή συναισθηματικό μούδιασμα. Μπορεί να πέφτει η σχολική του επίδοση, να εγκαταλείπει φίλους ή δραστηριότητες, να εμφανίζει αυτοκαταστροφικές συμπεριφορές, υπερβολική ενασχόληση με το διαδίκτυο ή ακόμη και εκρήξεις θυμού χωρίς εμφανή αιτία. Μερικές φορές ακούγονται φράσεις όπως «κουράστηκα», «θέλω να εξαφανιστώ», «τίποτα δεν έχει νόημα», «δεν αξίζω». Άλλες φορές το παιδί απλώς σωπαίνει.

«Υπάρχουν έφηβοι που φωνάζουν για βοήθεια μέσα από τη σιωπή τους, χωρίς ποτέ να πουν ούτε μία λέξη.»

Και σε εκείνο το σημείο χρειάζεται οι γονείς να αντέξουν να δουν τον ψυχικό πόνο του παιδιού τους. Χρειάζεται πρώτα να ταυτιστούν συναισθηματικά με το παιδί τους, να προσπαθήσουν να ακούσουν πίσω από τη σιωπή, τον θυμό ή την απόσυρση. Όχι να το κρίνουν ή να το πιέσουν με φράσεις όπως «είναι μια φάση» ή «έχεις τα πάντα». Ένας έφηβος χρειάζεται να νιώσει ότι κάποιος αντέχει πραγματικά να ακούσει τον πόνο του.

Η αναζήτηση βοήθειας από παιδοψυχολόγο ή παιδοψυχίατρο αποτελεί πράξη προστασίας. Η συμβουλευτική γονέων αποτελεί φροντίδα για ολόκληρη την οικογένεια. Και όταν χρειάζεται θεραπεία ή φαρμακευτική υποστήριξη, αυτή χρειάζεται να αντιμετωπίζεται με την ίδια σοβαρότητα που αντιμετωπίζουμε κάθε ιατρική ανάγκη.

Παράλληλα, πολύ σημαντικός είναι και ο ρόλος των εκπαιδευτικών. Υπάρχουν φορές που ένα παιδί δεν μπορεί να μιλήσει στους γονείς του, αλλά μπορεί να δώσει σημάδια στο σχολείο. Ένας δάσκαλος ή καθηγητής που παρατηρεί αλλαγές στη συμπεριφορά, απομόνωση, θλίψη ή παραίτηση μπορεί να γίνει ο πρώτος ενήλικας που θα ακούσει πραγματικά το παιδί και θα κινητοποιήσει βοήθεια.

Η μεγαλύτερη προστασία για έναν έφηβο είναι να νιώσει ότι υπάρχει ένας ενήλικας που μπορεί να αντέξει την αλήθεια του χωρίς να την ακυρώσει, να τη φοβηθεί ή να τη ντραπεί.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ