Με αφορμή τον σοκαριστικό και αιφνίδιο θάνατο του Γιώργου Μαζωνάκη η Ψυχολόγος – Ψυχαναλυτική Ψυχοθεραπεύτρια και Επιστημονική Διευθύντρια ΔΙ.ΚΕ.Ψ.Υ. Άσπα Πασπαλή αναλύει εύστοχα το vip syndrome που ουσιαστικά έχει να κάνει με καταστάσεις στις οποίες η φήμη, η κοινωνική θέση ή η επιρροή ενός ασθενούς επηρεάζουν τη συμπεριφορά των επαγγελματιών υγείας και ενδέχεται να οδηγήσουν σε αποκλίσεις από τη συνήθη κλινική πρακτική.
Διαβάστε το εύστοχο κείμενο της Άσπας Πασπαλή
Ο Michael Jackson είχε προσωπικό γιατρό, ο οποίος του χορηγούσε στο σπίτι προποφόλη, ένα αναισθητικό, για την αντιμετώπιση της αϋπνίας του, χωρίς τις απαιτούμενες συνθήκες παρακολούθησης και ασφάλειας. Μετά τον θάνατό του το 2009, ο γιατρός του, Conrad Murray, καταδικάστηκε για ανθρωποκτονία από αμέλεια. Η υπόθεση έθεσε, μεταξύ άλλων, ένα ουσιαστικό ερώτημα: πώς μπορεί ένας άνθρωπος με πρόσβαση σε αποκλειστική ιατρική φροντίδα να αντιμετωπίζεται με πρακτικές που παραβιάζουν βασικούς κανόνες ασφάλειας;

Στην ιατρική βιβλιογραφία, η περίπτωση του Jackson συζητείται στο πλαίσιο του «VIP syndrome». Ο όρος περιγράφει καταστάσεις στις οποίες η φήμη, η κοινωνική θέση ή η επιρροή ενός ασθενούς επηρεάζουν τη συμπεριφορά των επαγγελματιών υγείας και ενδέχεται να οδηγήσουν σε αποκλίσεις από τη συνήθη κλινική πρακτική. Δεν αποτελεί διάγνωση του ασθενούς. Αφορά τον τρόπο με τον οποίο η ιδιαίτερη θέση του μπορεί να μεταβάλει τη σχέση φροντίδας και τη λειτουργία της θεραπευτικής ομάδας.
Η προνομιακή μεταχείριση μπορεί να πάρει διαφορετικές μορφές. Μπορεί να προτείνονται πρόσθετες εξετάσεις ή παρεμβάσεις χωρίς επαρκή ένδειξη, να τροποποιούνται καθιερωμένες διαδικασίες ή να επιλέγονται συνθήκες νοσηλείας που εξυπηρετούν την ιδιωτικότητα περισσότερο από την ασφάλεια. Μπορεί, επίσης, να αποφεύγεται μια αναγκαία αλλά δυσάρεστη εξέταση ή να παραλείπονται σημαντικές ερωτήσεις κατά τη λήψη του ιστορικού, επειδή ο επαγγελματίας δυσκολεύεται να φέρει τον συγκεκριμένο ασθενή σε δύσκολη θέση.
Η περίπτωση της Αμερικανίδας κωμικού Joan Rivers ανέδειξε αντίστοιχους προβληματισμούς. Μετά τον θάνατό της το 2014, η διερεύνηση της φροντίδας της κατέγραψε, μεταξύ άλλων, ελλείψεις στην καταγραφή της χορηγηθείσας προποφόλης, καθυστέρηση στην αναγνώριση και αντιμετώπιση της επιδείνωσης των ζωτικών της σημείων και συμμετοχή γιατρού χωρίς την προβλεπόμενη έγκριση της μονάδας. Το ABIM Foundation χρησιμοποίησε την υπόθεση σε ανάλυσή του για το VIP syndrome, εξετάζοντας πώς η ιδιαίτερη μεταχείριση μπορεί να ευνοήσει εξαιρέσεις από κανόνες προστασίας. Η σύνδεση αυτή αποτελεί ερμηνεία του φαινομένου· οι συγκεκριμένες παραλείψεις είναι εκείνες που καταγράφηκαν στη διερεύνηση.
Τι συμβαίνει, όμως, στον επαγγελματία όταν ο ασθενής έχει μεγάλη φήμη ή επιρροή;
Η ψυχιατρική βιβλιογραφία περιγράφει το δέος, το άγχος της δημόσιας έκθεσης και τη δυσκολία διατήρησης της κλινικής αντικειμενικότητας. Από ψυχοδυναμική σκοπιά, ιδιαίτερη σημασία έχει η αντιμεταβίβαση: οι συναισθηματικές αντιδράσεις του επαγγελματία μέσα στη θεραπευτική σχέση. Ο θαυμασμός, η ανάγκη αποδοχής, ο φόβος απόρριψης ή η επιθυμία να ανταποκριθεί σε αυξημένες προσδοκίες μπορούν να επηρεάσουν τις αποφάσεις του, ιδιαίτερα όταν παραμένουν μη αναγνωρισμένα. Έτσι, μπορεί να γίνει περισσότερο υποχωρητικός, να δυσκολεύεται να θέσει όρια ή να αποφεύγει ζητήματα που χρειάζονται κλινική διερεύνηση.
Υπάρχουν και εμπειρικά δεδομένα, με συγκεκριμένους όμως περιορισμούς. Σε ποιοτική μελέτη που δημοσιεύθηκε το 2022 στο JAMA Network Open, συμμετείχαν 21 γιατροί ενός ογκολογικού κέντρου που είχαν περιθάλψει άλλους γιατρούς. Οι 11 ανέφεραν αυξημένο στρες και οι 12 μεγαλύτερη πίεση να μην απογοητεύσουν τον ασθενή. Κανένας, ωστόσο, δεν δήλωσε ότι προσέφερε διαφορετικές θεραπείες ή εξετάσεις. Η μελέτη καταγράφει πιέσεις μέσα στη σχέση φροντίδας, χωρίς να αποδεικνύει χειρότερες κλινικές εκβάσεις. Τα ευρήματά της δεν μπορούν, επίσης, να γενικευθούν αυτομάτως στους διάσημους ασθενείς.
Η επιρροή μπορεί να προέρχεται και από το περιβάλλον του ασθενούς ή τη διοίκηση ενός οργανισμού υγείας. Οι απαιτήσεις για ταχύτερη εξυπηρέτηση, ειδικές διευκολύνσεις και εξαιρέσεις στις διαδικασίες ενδέχεται να επηρεάζουν ολόκληρη την ομάδα. Γι’ αυτό η αντιμετώπιση του φαινομένου απαιτεί σαφή κατανομή ευθύνης, συντονισμό και διατήρηση των προδιαγραφών ασφάλειας, πέρα από την προσωπική στάση ενός μόνο επαγγελματία.
Το οικονομικό συμφέρον αποτελεί έναν επιπλέον, διακριτό παράγοντα.
Η αμοιβή για μια υπηρεσία δεν αποδεικνύει ότι η υπηρεσία είναι περιττή. Η δυνατότητα ενός ασθενούς να πληρώσει, όμως, δεν αποτελεί κλινική ένδειξη. Όταν το οικονομικό ή επαγγελματικό όφελος ανταγωνίζεται το συμφέρον του ασθενούς, προκύπτει ζήτημα σύγκρουσης συμφερόντων. Ο Διεθνής Κώδικας Ιατρικής Δεοντολογίας της Παγκόσμιας Ιατρικής Ένωσης ορίζει ρητά ότι τα εμπορικά, οικονομικά ή άλλα συγκρουόμενα συμφέροντα δεν πρέπει να επηρεάζουν την επαγγελματική κρίση.
Η υπόθεση του Matthew Perry προσφέρει ένα τεκμηριωμένο παράδειγμα αυτής της διαφορετικής διάστασης. Τον Δεκέμβριο του 2025, ο γιατρός Salvador Plasencia καταδικάστηκε σε 30 μήνες φυλάκισης, αφού παραδέχθηκε την ενοχή του για παράνομη διανομή κεταμίνης. Σύμφωνα με την ομοσπονδιακή εισαγγελία, προμήθευε το φάρμακο χωρίς νόμιμο ιατρικό σκοπό, γνωρίζοντας ότι ο προσωπικός βοηθός του ηθοποιού το χορηγούσε χωρίς ιατρική εκπαίδευση ή επίβλεψη. Η εισαγγελία επικαλέστηκε χρεώσεις 57.000 δολαρίων σε διάστημα περίπου δύο εβδομάδων και περιέγραψε τη συμπεριφορά του ως εκμετάλλευση της ιατρικής ευαλωτότητας του Perry για κέρδος. Ο συγκεκριμένος γιατρός δεν προμήθευσε την κεταμίνη που προκάλεσε τον θάνατό του.
Οι περιπτώσεις αυτές χρειάζεται να διαβάζονται με τις διαφορές τους. Το VIP syndrome, η ιατρική αμέλεια και η οικονομική εκμετάλλευση δεν είναι ταυτόσημες έννοιες. Μπορούν να εξετάζονται στην ίδια συζήτηση, αλλά η τεκμηρίωση της μίας δεν αποδεικνύει αυτομάτως τις άλλες. Ούτε η φήμη ενός ασθενούς ούτε μια δυσμενής έκβαση αρκούν για να αποδοθούν συγκεκριμένα κίνητρα στους ανθρώπους που τον φρόντισαν.
Το ουσιαστικό ζήτημα είναι πώς διατηρείται η ανεξάρτητη επαγγελματική κρίση. Αυτό προϋποθέτει τεκμηριωμένες θεραπευτικές ενδείξεις, ενημερωμένη συναίνεση, συνεργασία μεταξύ των επαγγελματιών και δυνατότητα άρνησης μιας μη ενδεδειγμένης παρέμβασης. Περιλαμβάνει επίσης την αναγνώριση των συναισθηματικών αντιδράσεων και των πιθανών συγκρούσεων συμφερόντων του ίδιου του επαγγελματία. Η φροντίδα χρειάζεται να εξατομικεύεται σύμφωνα με τις κλινικές ανάγκες και τις προτιμήσεις του ασθενούς, με σταθερά κριτήρια επιστημονικής τεκμηρίωσης και ασφάλειας, ανεξάρτητα από την κοινωνική του θέση.