Επιλέξτε το OK! ως προτεινόμενη πηγή στο Google

Η Μήδεια της Επιδαύρου που παρουσιάστηκε φέτος από την Εθνική Λυρική Σκηνή μάς έδωσε την ευκαιρία να δούμε κάτι που οι περισσότεροι γνωρίζαμε μόνο μέσα από φωτογραφίες. Από τα διάσημα ασπρόμαυρα καρέ της Μαρίας Κάλλας στην Επίδαυρο. Από τα σχέδια του Γιάννη Τσαρούχη. Από δημοσιεύματα, επιστολές, κριτικές και αφηγήσεις ανθρώπων που είχαν βρεθεί εκεί. Η παράσταση είχε περάσει στη συλλογική μνήμη σαν ένα από τα σημαντικότερα καλλιτεχνικά γεγονότα του ελληνικού 20ού αιώνα, χωρίς όμως να μπορούμε πραγματικά να τη δούμε με τα δικά μας μάτια.

Μήδεια της Επιδαύρου
courtesy Greek National Opera

Η Μήδεια της Επιδαύρου που παρουσιάστηκε φέτος από την Εθνική Λυρική Σκηνή δεν προσπάθησε να αναπαραγάγει μηχανικά εκείνη τη βραδιά. Προσπάθησε να ξαναδώσει σώμα σε μια μνήμη που είχε επιβιώσει μέσα από θραύσματα. Μέσα από φωτογραφίες, σχέδια, αρχειακό υλικό, αλληλογραφία και μαρτυρίες. Και το αποτέλεσμα δικαίωσε όσους πιστεύουν ότι η ιστορία δεν ανήκει μόνο στα αρχεία αλλά μπορεί να επιστρέψει στο παρόν όταν συναντήσει ανθρώπους με γνώση, ευαισθησία και όραμα.

Μήδεια της Επιδαύρου
courtesy Greek National Opera

Το βράδυ του περασμένου Σαββάτου, δέκα χιλιάδες θεατές γέμισαν το αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου. Από τις πρώτες κιόλας σκηνές έγινε φανερό ότι η παράσταση δεν αντιμετώπιζε το παρελθόν σαν μουσείο. Το αντιμετώπιζε σαν ζωντανό υλικό που μπορούσε να συνομιλήσει με το σήμερα. Τα χειροκροτήματα ξεσπούσαν αυθόρμητα μετά από μεγάλες ερμηνευτικές στιγμές. Οι θεατές παρακολουθούσαν με αξιοσημείωτη προσήλωση μια παράσταση σχεδόν τριών ωρών. Και όταν η τελευταία εικόνα έσβησε, η Επίδαυρος σηκώθηκε όρθια. Για πολλή ώρα κανείς δεν έδειχνε πρόθυμος να εγκαταλείψει τη θέση του. Το χειροκρότημα δεν αφορούσε μόνο τους ερμηνευτές. Αφορούσε ένα συνολικό καλλιτεχνικό επίτευγμα.

Μήδεια της Επιδαύρου
courtesy Greek National Opera

Τα κοστούμια δεν συνόδευαν την ιστορία στη Μήδεια της Επιδαύρου. Ήταν μέρος της

Στη Μήδεια της Επιδαύρου τα κοστούμια δεν λειτούργησαν σαν διακοσμητικό στοιχείο. Δεν υπήρχαν απλώς για να ντύσουν τους ήρωες. Αφηγήθηκαν τη δική τους ιστορία. Η Γλαύκη της Δανάης Κοντόρα εμφανιζόταν ντυμένη στα λευκά, σαν μια μορφή που δεν είχε ακόμη συναντήσει το σκοτάδι της τραγωδίας. Το φόρεμά της έμοιαζε να εκπέμπει φως μέσα στη γήινη παλέτα της παράστασης. Δεν συμβόλιζε μόνο τη νεότητα και την αθωότητα. Συμβόλιζε την άγνοια ενός ανθρώπου που βρίσκεται στο κέντρο μιας ιστορίας χωρίς να γνωρίζει ότι η καταστροφή πλησιάζει. Μέσα στον κόσμο της ώχρας, των γήινων αποχρώσεων και των βαριών χρωμάτων της παράστασης, η παρουσία της έμοιαζε με μια στιγμή φωτός πριν από την καταιγίδα.

Μήδεια της Επιδαύρου

Η Νέρις της Αλίσα Κολόσοβα κουβαλούσε πάνω της τη στοργή, την αφοσίωση και τη θλίψη μιας γυναίκας που παρακολουθεί αδύναμη την πορεία της κυρίας της προς την καταστροφή. Ο Κρέοντας έμοιαζε να ενσαρκώνει την ίδια την έννοια της εξουσίας, ενώ ο Ιάσονας εμφανιζόταν σαν ένας άνθρωπος που μετά την κατάκτηση του Χρυσόμαλλου Δέρατος εξακολουθεί να αναζητά περισσότερη δύναμη και μεγαλύτερη επιρροή.

Μήδεια της Επιδαύρου

Στο κέντρο όλων βρισκόταν η Μήδεια της Άννα Πιρότσι. Τυλιγμένη στο βαθύ κόκκινο του μανδύα της, έμοιαζε να ισορροπεί ανάμεσα στην ανθρώπινη οδύνη και στη μυθική διάσταση του χαρακτήρα. Δεν έβλεπες μόνο μια εγκαταλελειμμένη γυναίκα. Έβλεπες μια μορφή που κουβαλούσε μέσα της τον έρωτα, την προδοσία, την οργή και την καταστροφή. Μια πληγωμένη θεότητα που στεκόταν ανάμεσα στον κόσμο των ανθρώπων και στον κόσμο του μύθου. Αυτή ακριβώς ήταν η δύναμη των κοστουμιών. Δεν περιέγραφαν απλώς τους χαρακτήρες. Αποκάλυπταν την ψυχολογία τους.

Μήδεια της Επιδαύρου
courtesy Greek National Opera

Υπήρχαν στιγμές που η σκηνή έμοιαζε λιγότερο με όπερα και περισσότερο με μια ζωντανή ανασκαφή της ελληνικής μνήμης. Στην πρώτη μεγάλη είσοδο του χορού, οι μορφές προχωρούσαν αργά μέσα στον χώρο και έδιναν την αίσθηση μιας τελετουργικής πομπής. Ήταν σαν να παρακολουθούσες τις μορφές μιας αρχαίας ζωοφόρου να αποκτούν ξανά κίνηση. Για μια στιγμή, το βλέμμα πήγαινε αυθόρμητα στην πομπή των Παναθηναίων του Παρθενώνα. Οι κάτοικοι της Κορίνθου περνούσαν μπροστά από τα μάτια των θεατών σαν συλλογικός πρωταγωνιστής της ιστορίας, σαν την ίδια τη πόλη μέσα στην οποία επρόκειτο να συντελεστεί η τραγωδία της Μήδειας. Οι πτυχώσεις των ενδυμάτων, οι χρωματικές μεταβάσεις και ο τρόπος με τον οποίο το φως ακουμπούσε τα υφάσματα δημιουργούσαν την ψευδαίσθηση ότι η αρχαιότητα, το Βυζάντιο και η σύγχρονη σκηνή συναντιούνταν μπροστά στα μάτια μας.

Τα ενδύματα δεν εντυπωσίαζαν με την πολυτέλεια ή την υπερβολή τους. Η δύναμή τους βρισκόταν αλλού. Στον τρόπο που έπεφταν πάνω στο σώμα. Στις πτυχώσεις που δημιουργούσαν καθώς οι ερμηνευτές κινούνταν μέσα στον χώρο. Στις ώχρες, στα βαθιά κόκκινα, στα ξεθωριασμένα γαλάζια και στα γήινα χρώματα που έμοιαζαν να έχουν γεννηθεί από το ίδιο το τοπίο της Επιδαύρου. Κοιτάζοντάς τα, είχες συχνά την αίσθηση ότι δεν έβλεπες κοστούμια όπερας αλλά ανθρώπους που είχαν βγει από μια τοιχογραφία, από ένα αρχαίο αγγείο ή από μια βυζαντινή εικόνα. Τα υφάσματα έμοιαζαν να κουβαλούν μνήμη. Σαν να είχαν ήδη ζήσει πριν βρεθούν πάνω στη σκηνή.

Μήδεια της Επιδαύρου

Η ίδια η Τότα Πρίτσα έχει μιλήσει για τα κοστούμια σαν φορείς μνήμης και όχι σαν αντικείμενα προς αναπαραγωγή. Αυτή η προσέγγιση ήταν εμφανής σε κάθε εμφάνιση του χορού και των πρωταγωνιστών. Δεν υπήρχε η αίσθηση ενός ιστορικού αντιγράφου. Υπήρχε η αίσθηση μιας παράδοσης που συνέχιζε να αναπνέει. Ίσως γι’ αυτό τα κοστούμια δεν έμοιαζαν παλιά. Έμοιαζαν διαχρονικά.

Μήδεια της Επιδαύρου

Από τον Φώτη Κόντογλου στον Γιάννη Τσαρούχη

Παρακολουθώντας τις μορφές να κινούνται πάνω στη σκηνή, ήταν αδύνατον να μη σκεφτεί κανείς την ελληνική ζωγραφική του 20ού αιώνα. Οι γυναίκες του χορού θύμιζαν ειδώλια της Τανάγρας που απέκτησαν ξανά κίνηση. Οι σιλουέτες τους έφερναν στον νου τις παραστάσεις των αρχαίων αγγείων. Οι ώχρες, τα βαθιά μπλε και οι γήινες αποχρώσεις έμοιαζαν να έχουν βγει από έναν κόσμο όπου η αρχαιότητα, το Βυζάντιο και η νεότερη Ελλάδα συνυπάρχουν αρμονικά.

Μήδεια της Επιδαύρου
courtesy Greek National Opera

Ο Γιάννης Τσαρούχης, μαθητής του Φώτη Κόντογλου, κουβάλησε σε όλη του τη διαδρομή αυτή τη βαθιά πίστη στη συνέχεια του ελληνικού πολιτισμού. Στα κοστούμια της Μήδειας δεν σχεδίασε απλώς ενδύματα. Μέσα από αυτά δημιούργησε χαρακτήρες και εικόνες που εξακολουθούν να συγκινούν εξήντα πέντε χρόνια αργότερα, επειδή κουβαλούν μέσα τους τη μνήμη ενός ολόκληρου πολιτισμού. Οι γυναίκες της παράστασης έμοιαζαν να έχουν κατέβει από αρχαία αγγεία. Οι χιτώνες και οι πτυχώσεις τους θύμιζαν μορφές που συναντά κανείς σε μουσεία και αρχαιολογικές συλλογές. Για λίγες ώρες, η τέχνη του Τσαρούχη έπαψε να είναι σχέδιο και έγινε ξανά σώμα.

Η ανασύσταση ενός θρύλου

Η ανασύσταση των κοστουμιών αποτέλεσε έναν από τους σημαντικότερους λόγους που η Μήδεια της Επιδαύρου λειτούργησε τόσο συγκινητικά για το κοινό. Η Τότα Πρίτσα αξίζει ιδιαίτερη αναφορά για τον τρόπο με τον οποίο προσέγγισε το ενδυματολογικό σύμπαν του Τσαρούχη. Το έργο της δεν περιορίστηκε σε μια πιστή αντιγραφή. Βασίστηκε σε αρχειακό υλικό, σε σωζόμενα κοστούμια, σε φωτογραφίες, σε σχέδια και σε τεκμήρια που έπρεπε να αποκωδικοποιηθούν. Η περίφημη Μήδεια του 1961 δεν σώζεται σε πλήρη οπτική καταγραφή. Σώζεται μέσα από θραύσματα μνήμης. Και αυτά τα θραύσματα έπρεπε να μετατραπούν ξανά σε ζωντανή εμπειρία. Το αποτέλεσμα δεν έμοιαζε με αναπαλαίωση. Έμοιαζε με αναγέννηση. Τα κοστούμια δεν παρουσιάστηκαν σαν ιστορικά κειμήλια. Παρουσιάστηκαν σαν ζωντανές παρουσίες που βρήκαν ξανά τους ανθρώπους τους. Ίσως γι’ αυτό τα κοστούμια δεν έμοιαζαν με ανακατασκευές. Έμοιαζαν με ρούχα που περίμεναν εξήντα πέντε χρόνια για να φορεθούν ξανά.

Το αποτύπωμα του Γιώργου Κουμεντάκη

Ανάλογα σημαντική υπήρξε η συμβολή της Λιλής Πεζανού, η οποία ανασύνθεσε το σκηνικό σύμπαν της παράστασης με τρόπο που έμοιαζε να επεκτείνει το ίδιο το τοπίο της Επιδαύρου. Ο Παναγής Παγουλάτος προσέγγισε τη σκηνοθετική παρακαταθήκη του Αλέξη Μινωτή με σεβασμό αλλά χωρίς να την παγώσει στο παρελθόν. Ο Χρήστος Τζιόγκας δημιούργησε εικόνες σχεδόν ζωγραφικές μέσα από το φως, ενώ η Γιάννα Φιλιπποπούλου και η Κέλλη Ζαμπέλα μετέφεραν τη χορογραφική μνήμη της ιστορικής παραγωγής στο σήμερα.

NDP

Η Άννα Πιρότσι απέδειξε για ακόμη μία φορά γιατί θεωρείται μία από τις σημαντικότερες ερμηνεύτριες του ρόλου. Η Δανάη Κοντόρα έδωσε στη Γλαύκη εύθραυστη λάμψη και δραματική αλήθεια. Η Αλίσα Κολόσοβα υπήρξε μια βαθιά συγκινητική Νέρις. Ο Ζαν-Φρανσουά Μποράς απέδωσε έναν Ιάσονα σύνθετο και ανθρώπινο, χωρίς να τον περιορίζει στον ρόλο του «ενόχου» της ιστορίας, ενώ ο Τάσης Χριστογιαννόπουλος έδωσε στον Κρέοντα το κύρος, την αυστηρότητα και το βάρος που απαιτεί ένας ηγεμόνας ο οποίος βλέπει τον κόσμο του να απειλείται. Η Ορχήστρα και η Χορωδία της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, υπό τη διεύθυνση των Ζακ Λακόμπ και Αγαθάγγελου Γεωργακάτου, γέμισαν το αρχαίο θέατρο με τη δύναμη της μουσικής του Κερουμπίνι.

NDP

Για όσους είχαμε παρακολουθήσει και τη Μήδεια της Εθνικής Λυρικής Σκηνής το 2023, η φετινή παραγωγή πρόσφερε μια εντελώς διαφορετική ανάγνωση του ίδιου έργου. Είχαμε την ευκαιρία να δούμε την ίδια ερμηνεύτρια να επιστρέφει στον ίδιο ρόλο μέσα από ένα εντελώς διαφορετικό καλλιτεχνικό σύμπαν. Εκείνη η παραγωγή πρότεινε μια σύγχρονη σκηνοθετική προσέγγιση. Η φετινή Μήδεια της Επιδαύρου συνομιλούσε με την ιστορική παραγωγή του 1961 και με το εικαστικό σύμπαν του Γιάννη Τσαρούχη.

Η Άννα Πιρότσι δεν έμοιαζε να επαναλαμβάνει τον εαυτό της. Αντίθετα, έμοιαζε να ανακαλύπτει μια διαφορετική Μήδεια. Πιο δεμένη με τον μύθο, με τον χώρο της Επιδαύρου και με τη συλλογική μνήμη που συνοδεύει αυτό το έργο. Για όσους είχαμε την τύχη να παρακολουθήσουμε και τις δύο παραγωγές, η σύγκριση δεν ανέδειξε ομοιότητες αλλά δύο διαφορετικές, εξίσου ισχυρές αναγνώσεις της ίδιας ηρωίδας.

Ίσως η μεγαλύτερη επιτυχία αυτής της παραγωγής να μην αποτυπώνεται μόνο πάνω στη σκηνή αλλά και πίσω από αυτήν. Πολύ πριν από την πρεμιέρα, τα κοινωνικά δίκτυα των συντελεστών είχαν ήδη γεμίσει με εικόνες από τις πρόβες, τα καμαρίνια και τις ώρες προετοιμασίας. Χορωδοί, μέλη του χορού, ηθοποιοί και λυρικοί τραγουδιστές κατέγραφαν τη διαδρομή προς την Επίδαυρο πολύ πριν εμφανιστούν μπροστά στο κοινό. Δεν μοιράζονταν απλώς στιγμιότυπα μιας επαγγελματικής υποχρέωσης. Κατέγραφαν μια εμπειρία που έμοιαζε να τους ξεπερνά. Οι στρατιώτες της Κορίνθου φωτογραφίζονταν αγκαλιασμένοι στα παρασκήνια, οι γυναίκες του χορού πόζαραν με τα πτυχωτά ενδύματά τους μέσα στο αργολικό φως, οι πρωταγωνιστές απαθανάτιζαν τις ώρες πριν από την παράσταση και τις στιγμές μετά το τέλος της. Στις εικόνες αυτές δεν πρωταγωνιστούσαν μόνο τα κοστούμια ή το εντυπωσιακό σκηνικό. Πρωταγωνιστούσε η χαρά της συμμετοχής.

Σε μια εποχή όπου οι μεγάλες παραγωγές αντιμετωπίζονται συχνά σαν ακόμη ένα επαγγελματικό project, η «Μήδεια» έμοιαζε να έχει δημιουργήσει κάτι πιο σπάνιο. Μια πραγματική κοινότητα ανθρώπων που ένιωθαν περήφανοι για αυτό που συνδημιουργούσαν. Και ίσως αυτό να είναι τελικά το πιο αξιόπιστο μέτρο μιας μεγάλης παράστασης. Όταν η συγκίνηση δεν περιορίζεται στις δέκα χιλιάδες θεατές που χειροκροτούν στο τέλος, αλλά είναι ορατή και στα πρόσωπα εκείνων που βρίσκονται πίσω από τη σκηνή. Τίποτε από όλα αυτά δεν προκύπτει τυχαία. Ούτε η αίσθηση συλλογικότητας που αποτυπώθηκε στα παρασκήνια ούτε η καλλιτεχνική συνοχή που έφτασε μέχρι την τελευταία θέση του αρχαίου θεάτρου. Οι μεγάλες παραγωγές γεννιούνται όταν πολλοί διαφορετικοί άνθρωποι υπηρετούν ένα κοινό όραμα.

Αξίζει επίσης να αναγνωριστεί το όραμα του Γιώργου Κουμεντάκη, που σαν καλλιτεχνικός διευθυντής της Εθνικής Λυρικής Σκηνής στήριξε μια παραγωγή που αντιμετώπισε την ιστορία όχι σαν μουσείο αλλά σαν ζωντανή πηγή δημιουργίας. Όχι επειδή επέστρεψε σε ένα ιστορικό γεγονός, αλλά επειδή απέδειξε ότι η πολιτιστική μνήμη δεν χρειάζεται να παραμένει εγκλωβισμένη στο παρελθόν. Μπορεί να μετατραπεί σε σύγχρονη δημιουργία όταν συναντήσει ανθρώπους με γνώση, φαντασία και καλλιτεχνικό όραμα.

Η Μήδεια της Επιδαύρου δεν αναβίωσε ένα παρελθόν. Συνέχισε μια ιστορία.

Φεύγοντας από το θέατρο, η αίσθηση δεν ήταν ότι είχαμε παρακολουθήσει μια αναπαράσταση μιας σπουδαίας παράστασης του 1961. Η αίσθηση ήταν ότι είχαμε δει ένα νέο καλλιτεχνικό γεγονός. Ένα έργο που σεβάστηκε απόλυτα τη μνήμη χωρίς να εγκλωβιστεί σε αυτήν. Και μέσα σε αυτή τη σπάνια ισορροπία, η Μήδεια της Επιδαύρου απέδειξε ότι η μνήμη μπορεί να μετατραπεί ξανά σε ζωντανή τέχνη.

Διαβάστε επίσης : David Hockney: Ο άνθρωπος που ντυνόταν σαν έργο τέχνης

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ