Επιλέξτε το OK! ως προτεινόμενη πηγή στο Google

Θλίψη προκάλεσε η είδηση του θανάτου του Μιχάλη Μόσιου, του ηθοποιού που άφησε το δικό του αποτύπωμα στο ελληνικό θέατρο και τον κινηματογράφο, μέσα από τον εμβληματικό χαρακτήρα του «Ταμτάκου». Ο αγαπημένος καλλιτέχνης έφυγε από τη ζωή την Τρίτη 30 Ιουνίου, σε ηλικία 79 ετών.

Τη δυσάρεστη είδηση γνωστοποίησε ο γιος του με μια συγκινητική ανάρτηση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, αποχαιρετώντας τον πατέρα του με λόγια γεμάτα αγάπη και συγκίνηση.

«Δεν το πιστεύω ότι γράφω αυτό το κείμενο… όμως με τεράστιο πόνο οφείλω να ανακοινώσω πως ο μπαμπάς μου, Μιχάλης Μόσιος, δυστυχώς έφυγε… Ο μεγαλύτερός μου εφιάλτης έγινε πραγματικότητα. Ήσουν ο πιο τίμιος άνθρωπος που έχω γνωρίσει και σε ευχαριστώ που μου έδωσες τις ευαισθησίες σου, το ήθος σου και μου έμαθες να είμαι τίμιος και αξιοπρεπής. Πήγες να βρεις τον αδερφό σου, τον Στάθη, με τον οποίο μοιραστήκατε τόσα πολλά πριν ακόμη κάνετε καριέρα.

Η μόνη φορά που σε είδα να κλαις σαν μικρό παιδί ήταν όταν “έφυγε”. Τώρα ήρθε η σειρά μας να κλάψουμε για εσένα. Με παρηγορεί μόνο η σκέψη πως έφυγες γεμάτος. Ένα ορφανό και φτωχό παιδί που κατάφερε να χαρίσει γέλιο και να αγαπηθεί από τον κόσμο. Θα κλείσω με λίγους στίχους από ένα τραγούδι που είχα γράψει για τον φόβο να σε χάσω: “Δεν ξέρω πώς θα το αντέξω, άμα σε χάσω μπαμπά. Θ’ αφήσω τα κλειδιά μου απ’ έξω, μήπως και μπεις ξανά”. Αντίο, πατέρα μου», έγραψε.

Ο Μιχάλης Μόσιος γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη στις 10 Μαρτίου 1947 και καταγόταν από τη Στενήμαχο Ημαθίας. Έγινε ιδιαίτερα αγαπητός στο κοινό μέσα από τον χαρακτήρα του «Ταμτάκου», έναν αυθόρμητο και σατιρικό ήρωα που δημιούργησε αρχικά στο θέατρο και στη συνέχεια μετέφερε με επιτυχία και στον κινηματογράφο.

Τα πρώτα του καλλιτεχνικά βήματα έγιναν στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος, όπου από το 1969 έως το 1972 συμμετείχε σε σημαντικές παραστάσεις αρχαίου δράματος και κλασικού ρεπερτορίου, όπως ο «Πλούτος», οι «Βάτραχοι», η «Αντιγόνη», ο «Αγαμέμνων», ο «Μάκβεθ», ο «Φάουστ», το «Όνειρο Καλοκαιρινής Νύχτας», ο «Ερωτόκριτος» και άλλα έργα.

Το 1972 μετακόμισε στην Αθήνα, όπου συνέχισε την πορεία του στο θέατρο, ενώ την ίδια χρονιά πραγματοποίησε το κινηματογραφικό του ντεμπούτο στην ταινία «Αν Ήμουν Πλούσιος», σε σκηνοθεσία Στέλιου Τατασόπουλου. Συνεργάστηκε επίσης με τον Δημήτρη Χορν στην παράσταση «Ριχάρδος Γ΄» στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιώς.

Στα χρόνια που ακολούθησαν συμμετείχε σε πολλές θεατρικές παραγωγές, μεταξύ των οποίων τα έργα «Τα Πατατάκια», «Θέλω Έρωτα Όχι Πόλεμο», «Ο Σεΐχης της Καβάλας» δίπλα στη Ρένα Βλαχοπούλου, «Παπαδόπουλος και Σία» και «Η Χαρτοπαίχτρα».

Στην πορεία της καριέρας του εμφανίστηκε σε περισσότερες από πέντε τηλεοπτικές σειρές της ΕΡΤ και της ΥΕΝΕΔ, πρωταγωνίστησε σε εννέα ελληνικές κινηματογραφικές ταινίες, ενώ δεκατρείς ακόμη δουλειές του κυκλοφόρησαν σε βιντεοκασέτα. Η φιγούρα του «Ταμτάκου» παρέμεινε μέχρι σήμερα το σήμα κατατεθέν του, χαρίζοντάς του την αγάπη και την αναγνώριση του κοινού.