Μια ιδιαίτερα συγκινητική ανάρτηση έκανε ο Γιάννης Καλλιάνος με αφορμή τη συμπλήρωση δύο ετών από την απώλεια του πατέρα του, περιγράφοντας με κάθε λεπτομέρεια τη δύσκολη εκείνη ημέρα αλλά και τη στιγμή που χρειάστηκε να το ανακοινώσει στη μητέρα του.

Ο ίδιος μοιράστηκε δημόσια τις σκέψεις και τα συναισθήματά του, επιστρέφοντας σε εικόνες που έχουν χαραχθεί μέσα του και εξηγώντας πώς βιώνει μέχρι σήμερα την απώλεια.

«Σαν σήμερα, 2 χρόνια πριν, στις 25 Απριλίου 2024, περίπου στις 11:00 το πρωί, ήμουν σταματημένος με το αυτοκίνητο μου, στην οδό Γούναρη στη Γλυφάδα, δεξιά στο δρόμο, με αλάρμ. Η μητέρα μου μόλις είχε βγει από το αυτοκίνητο για να πάει σε ένα κατάστημα να αγοράσει έναν χυμό πορτοκάλι και κάτι άλλο για να φάμε.

Εκείνη την ώρα ακριβώς, όσο η μητέρα μου ήταν μέσα στο μαγαζί, χτύπησε το κινητό μου, ήταν ο αδελφός μου.

Έλα Χρήστο, του λέω. Τι έγινε, έχεις κάποιο νέο; (ο μπαμπάς ήταν στην εντατική για 2η ημέρα)

Γιάννη, δεν άντεξε ο μπαμπάς, πέθανε, μόλις με ενημέρωσαν από το νοσοκομείο, μου είπε.

Κλείνω το τηλέφωνο και πριν προλάβω να συνειδητοποιήσω τι είχα ακούσει, αυτό που με ταρακούνησε ήταν το πως θα το έλεγα στη μητέρα μου που θα ερχόταν σε λίγο στο αμάξι. Πριν όμως επιστρέψει η μητέρα μου, χτυπάει πάλι το κινητό μου, ήταν μια δημοσιογράφος από ένα μεγάλο μέσο.

Γιάννης Καλλιάνος: «Βασάνιζα τον εαυτό μου με το τσιγάρο. Πάθαινα κρίσεις πανικού, δυσφορίες και ταχυκαρδίες»

Γιάννη καλημέρα, μου είπε. Έχετε κάποιο νέο; Πως είναι ο μπαμπάς σας;

Μόλις με ενημέρωσε ο αδελφός μου ότι πέθανε, της είπα.

Σιωπή από εκείνη… Γιάννη χίλια συγγνώμη, συλλυπητήρια θερμά, δεν έχω λόγια, συγγνώμη που σε κάλεσα μια τέτοια στιγμή, είπε.

Μέσα στα επόμενα 3 λεπτά, οι ιστοσελίδες είχαν ως θέμα τον θάνατο του πατέρα μου. Και, όπως είναι λογικό σε τέτοιες περιπτώσεις, αμέσως ξεκίνησε να χτυπάει και το κινητό μου και της μητέρας μου που το είχε αφήσει στο αμάξι μου.
Η μητέρα μου ήταν γύρω στα 10 λεπτά σε εκείνο το μαγαζί γιατί είχε μια σχετική ουρά, και εκτός από τον χυμό της, σκέφτηκε να πάρει και κάποια άλλα πράγματα για να φάμε διότι από την προηγούμενη μέρα ήμασταν νηστικοί.

Πέρασαν λίγα λεπτά και επέστρεψε στο αυτοκίνητο. Κάθισε δίπλα μου και ετοίμασε να μου δώσει κάτι από αυτά που είχε αγοράσει. Παράλληλα, το τηλέφωνό μου αλλά και το δικό της δεν σταματούσαν να χτυπάνε.

Πήγαινε να το σηκώσει, της το έσπρωχνα εγώ από τα χέρια και της το κατέβαζα, δεν την άφηνα να το σηκώσει. Ξανά τηλέφωνο, πάλι εγώ τα ίδια. Ξανά τηλέφωνα, πάλι να μην την αφήνω εγώ. Της έλεγα : Άστα τώρα τα τηλέφωνα, να βάλουμε κάτι στο στόμα μας πρώτα. Όμως, στο 7ο, 8ο τηλεφώνημα, γυρίζει και μου λέει με απορία :

Κάτσε βρε Γιάννη, μπορεί να είναι κάποιος από το νοσοκομείο, από την εντατική για να μας πουν πως πάει ο μπαμπάς.

Εκείνο το βλέμμα της προς εμένα, δεν θα το ξεχάσω ποτέ στη ζωή μου. Εκείνη η στιγμή έχει χαραχθεί για πάντα μέσα μου. Μέχρι να φύγω από τη ζωή θα θυμάμαι εκείνα τα δευτερόλεπτα.

Που ενώ ήξερα τι έχει συμβεί, έπρεπε να βρω τρόπο να της το πω γιατί εκείνη ανέμενε να ακούσει έστω και ένα λίγο αισιόδοξο μήνυμα από το νοσοκομείο.

Πήγαμε λίγο πιο κάτω με το αυτοκίνητο, χωρίς να της μιλάω, προσπαθώντας όμως γρήγορα να της πω τι έχει συμβεί διότι τα κινητά μας χτύπαγαν συνεχώς, χωρίς σταματημό και άρα αργά η γρήγορα θα το καταλάβαινε.

Κοντοστάθηκα με το αυτοκίνητο 300-400 μέτρα πιο κάτω, κάνω δεξιά και σβήνω τη μηχανή. Δεν ήξερα που βρισκόμουν, τι θα της έλεγα, πως θα της το έλεγα, φοβόμουν ότι θα της συμβεί κάτι κακό αν της το πω με τρόπο απότομο.

Γυρνάω και την κοιτάζω και της μίλησα με απόλυτη ψυχραιμία, ηρεμία και με τόνο φωνής πολύ χαμηλό, για να μην την ταράξω: Μαμά, με πήρε ο Χρήστος, ο μπαμπάς δεν άντεξε τελικά, δεν τα κατάφερε.

Στρέφει το κεφάλι της προς εμένα, εξουθενωμένη ψυχικά αλλά και σωματικά και μου λέει : Γιάννη, σίγουρα; Είσαι σίγουρος ;

Αυτό το βλέμμα της, αυτά τα μπλε μάτια της που με κοίταζαν ορθάνοιχτα, αυτό το χλωμό από την κούραση πρόσωπό της, αυτή η χροιά της φωνής της, δεν θα τις ξεχάσω αυτές τις σκηνές…

Την φωτογραφία αυτή την έχω στον υπολογιστή μου, την κοιτάζω και την επεξεργάζομαι κάθε μέρα. Είναι η πρώτη κίνηση που κάνω πριν ξεκινήσω να κάνω το οτιδήποτε στον υπολογιστή μου. Κοιτάζω αυτή τη φωτογραφία αρχικά και μετά συνεχίζω με κάποιες άλλες. Κάθε μέρα, κάθε φορά.

Κοιτάζω το πρόσωπο του πατέρα μου και έτσι αισθάνομαι ότι είναι δίπλα μου, στο σπίτι με τη μαμά, καθισμένος στον καναπέ και μου χαμογελάει. Με αυτόν τον τρόπο νιώθω ότι δεν έχει φύγει ποτέ. Και τώρα που σας γράφω αισθάνομαι ότι είναι εκεί, στον καναπέ με τη μητέρα μου. και ότι αν τον πάρω τηλέφωνο, θα το σηκώσει.

Είναι η άμυνά μου αυτή, στην απώλεια, που ενώ αυτή η απώλεια έχει έρθει εδώ και δύο χρόνια, εγώ ακόμα δεν το έχω καταλάβει, δεν το έχω συνειδητοποιήσει, δεν το έχω αποδεχθεί ή ίσως έχει παγώσει ο χρόνος σε αυτή τη φωτογραφία.

Σήμερα θα ταξιδέψουμε στο Δρέπανο της Αργολίδας, στο χωριό μας, θα πάμε στο μνήμα του πατέρα μου και το απόγευμα θα κάνουμε το μνημόσυνο για τα 2 χρόνια που έχει φύγει από κοντά μας, αλλά που καθημερινά είναι δίπλα μας, κάθε στιγμή, αυτό είναι το μόνο σίγουρο.
Αιωνία του η μνήμη. Πάντα με τις πράξεις μου θα τον κάνω υπερήφανο. Και είμαι σίγουρος ότι θα χαίρεται που ενεργώ συνήθως με τον τρόπο που εκείνος θα θεωρούσε σωστό.

Συγχωρέστε με για το μακροσκελές κείμενο, αλλά πριν από λίγο άνοιξα τον υπολογιστή, είδα πάλι αυτή την φωτογραφία, και ήθελα να μοιραστώ μαζί σας κάτι από την ψυχή μου, λόγω και της ημέρας», γράφει ο Γιάννης Καλλιάνος.

Ο πατέρας του έφυγε από τη ζωή στις 25 Απριλίου 2024 έπειτα από μακρά νοσηλεία αντιμετωπίζοντας σοβαρά προβλήματα υγείας.

Διαβάστε επίσης: Γιάννης Καλλιάνος: Ραγίζει καρδιές το μήνυμα στον πατέρα του που έφυγε από τη ζωή – «Εύχομαι να σε τιμάω με τις πράξεις μου»

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ