Η πρώτη γνωριμία στην Αθήνα
Τον Μάιο του 2024, στο Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης και συγκεκριμένα στο Μέγαρο Σταθάτου, είχαμε την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε την πρώτη μουσειακή έκθεση φωτογραφικών έργων της Cindy Sherman στην Ελλάδα. Ήταν κάτι που θέλαμε εδώ και πολύ καιρό, γι’ αυτό και η παρουσία της δουλειάς της στην Αθήνα αποτέλεσε για εμάς μια πραγματικά μεγάλη ευκαιρία, την οποία χαρήκαμε ιδιαίτερα.

Για όσους δεν γνωρίζουν το έργο της, η Cindy Sherman είναι μία από τις σημαντικότερες μορφές της σύγχρονης τέχνης και εδώ και δεκαετίες χρησιμοποιεί τον ίδιο της τον εαυτό ως βασικό θέμα των φωτογραφιών της. Δεν πρόκειται όμως για αυτοπροσωπογραφίες με τη συμβατική έννοια. Μέσα από το styling, το μακιγιάζ, τις περούκες, τα προσθετικά στοιχεία, τα σκηνικά, τις εκφράσεις και τις στάσεις του σώματος, μεταμορφώνεται κάθε φορά σε έναν διαφορετικό, φανταστικό χαρακτήρα.

Η έκθεση στην Αθήνα περιελάμβανε περισσότερα από 100 έργα, προσφέροντας μια αρκετά ολοκληρωμένη εικόνα της καλλιτεχνικής της διαδρομής μέσα στον ιδιαίτερο χώρο του Μεγάρου Σταθάτου. Από τα περίφημα Untitled Film Stills στα τέλη της δεκαετίας του 1970 μέχρι μεταγενέστερες σειρές της, γίνεται σαφές ότι η μεταμόρφωση για τη Sherman δεν αποτελεί απλώς μια αισθητική διαδικασία. Είναι το εργαλείο μέσα από το οποίο εξετάζει την ταυτότητα, τη θηλυκότητα, την ηλικία, την ομορφιά και κυρίως τους τρόπους με τους οποίους κατασκευάζεται η εικόνα μιας γυναίκας.

Φεύγοντας από την έκθεση και περνώντας από το πωλητήριο του μουσείου, αγοράσαμε ένα αντίτυπο μιας φωτογραφίας της. Έτσι, η Cindy Sherman μπορεί, για κάποιον που έχει αποκτήσει μια φωτογραφία της, να γίνει κατά κάποιον τρόπο μια οικεία γυναικεία φιγούρα, στον ρόλο που η ίδια έχει επιλέξει κάθε φορά να εκφράσει. Μια παρουσία που μπορεί πλέον να συναντά καθημερινά, ανοίγοντας την πόρτα του σπιτιού του. Η απόκτηση μιας μορφής τέχνης, ακόμη και όταν δεν πρόκειται για πρωτότυπο έργο, έχει τη δυνατότητα να δημιουργήσει μια ιδιαίτερη σύνδεση. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η φωτογραφία της Cindy Sherman από το Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης έγινε ταυτόχρονα μια προσωπική ανάμνηση της ημέρας εκείνης.

Μια καλλιτέχνις πολύ κοντά στη μόδα
Η Cindy Sherman είχε πάντοτε μια ιδιαίτερη σχέση με τη μόδα, κάτι που επιβεβαιώνει και η συχνή παρουσία της σε σημαντικά fashion περιοδικά, ακόμη και στα εξώφυλλά τους. Άλλωστε, αρκετές φωτογραφίες της διαθέτουν το οπτικό λεξιλόγιο ενός fashion editorial. Styling, μακιγιάζ, πόζες, χρώματα και θεατρικότητα χρησιμοποιούνται όμως με διαφορετικό σκοπό. Όχι για να εξιδανικεύσουν ένα ρούχο ή ένα πρόσωπο, αλλά για να διερευνήσουν τον τρόπο με τον οποίο κατασκευάζουμε και ερμηνεύουμε μια εικόνα.
Σε αυτό το πλαίσιο αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον και η μακρόχρονη σχέση της με τη Chanel.

Η σχέση με τη Chanel
Η ιστορία ξεκινά περισσότερο από δεκαπέντε χρόνια πριν και όχι με τον Matthieu Blazy. Γύρω στο 2010, η Sherman συνεργάστηκε με το POP Magazine, χρησιμοποιώντας δημιουργίες από τα αρχεία της Chanel για φωτογραφίες που συνδέθηκαν με τα Ominous Landscapes.

Φορώντας περίτεχνα Chanel looks, τοποθετούσε τον εαυτό της μέσα σε ψηφιακά επεξεργασμένα τοπία, βασισμένα σε εικόνες της Ισλανδίας. Τα ρούχα έπαυαν να λειτουργούν αποκλειστικά ως αντικείμενα επιθυμίας και μετατρέπονταν σε εργαλεία για τη δημιουργία χαρακτήρων και αφηγήσεων.

Η σύνδεση έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Η Gabrielle Chanel χρησιμοποίησε το ρούχο για να μεταβάλει την εικόνα και την καθημερινότητα της γυναίκας. Η Sherman το χρησιμοποιεί επίσης ως μέσο μεταμόρφωσης, αποκαλύπτοντας όμως πόσο εύκολα μια εικόνα μπορεί να κατασκευαστεί και να επηρεάσει όσα πιστεύουμε για το πρόσωπο που βλέπουμε.

Πώς γεννήθηκαν τα Fabric Matrons
Η αφετηρία της νέας σειράς Fabric Matrons ήταν πολύ διαφορετική. Ξεφυλλίζοντας ένα διαφημιστικό περιοδικό πολυτελούς κοσμηματοπωλείου στο East Hampton, όπου διατηρεί θερινή κατοικία, η Sherman στάθηκε σε μια φωτογράφιση μιας γυναίκας, πρώην μοντέλου, περίπου συνομήλικής της, με μαγιό και εντυπωσιακά κοσμήματα.
Η εικόνα έμοιαζε έντονα επεξεργασμένη, ώστε τα σημάδια του χρόνου σχεδόν να εξαφανίζονται. Για τη Sherman, συμπύκνωνε μια χαρακτηριστική αντίφαση μιας εποχής που μιλά για διαφορετικότητα και συμπερίληψη, αλλά εξακολουθεί συχνά να εξωραΐζει την ηλικία.

Από αυτή την παρατήρηση άρχισαν να δημιουργούνται οι χαρακτήρες των Fabric Matrons. Περούκες, μακιγιάζ, κοσμήματα, υφάσματα, στάσεις και διαφορετικές γωνίες λήψης διαμόρφωσαν φανταστικές γυναίκες μεγαλύτερης ηλικίας, χωρίς αυστηρά προκαθορισμένο σενάριο.

Τα Chanel fabrics ως πρώτη ύλη
Αρχικά, η Sherman χρησιμοποιούσε δικά της υλικά. Στη συνέχεια, μέσω του CHANEL Patrimoine, απέκτησε πρόσβαση σε δείγματα και μεγαλύτερα μήκη tweed, bouclé και άλλων υφασμάτων, καθώς και σε κοσμήματα του οίκου.
Η καλλιτέχνις είχε την ελευθερία να τα κόψει, να ανοίξει τρύπες, να τα καρφιτσώσει, να τα τυλίξει γύρω από το σώμα και να τα μετατρέψει σε αυτοσχέδια ρούχα ή φόντα. Δεν έκρυψε την τεχνητότητα της διαδικασίας. Αντίθετα, την έκανε μέρος του έργου.

Έτσι, tweeds, sequins, χρυσές κλωστές, δερμάτινες λεπτομέρειες και κοσμήματα παύουν να λειτουργούν μόνο ως σύμβολα πολυτέλειας. Γίνονται μέσα για να μιλήσει η Sherman για την ηλικία, τη ματαιοδοξία, την κοινωνική θέση και την αυτοπαρουσίαση.
Το σκεπτικό της έκθεσης στη Hauser & Wirth ενισχύει αυτή την ανάγνωση. Η ταυτότητα παρουσιάζεται ως κάτι που εξακολουθεί να κατασκευάζεται και να μεταβάλλεται σε όλη τη διάρκεια της ζωής. Οι φιγούρες συγχωνεύονται σχεδόν με τα υφάσματα και τα σκηνικά, ενώ οι ρυτίδες άλλοτε καλύπτονται και άλλοτε παραμένουν ορατές. Η ηλικία γίνεται και αυτή μέρος της εικόνας.

Από το περιοδικό στη Savile Row
Το 2026, επιλεγμένες εικόνες από τα Fabric Matrons δημοσιεύονται στο CHANEL Arts & Culture Magazine Vol. 2, με μία από αυτές να εμφανίζεται και στο εξώφυλλο. Πρόκειται για έργα από την ίδια σειρά που παρουσιάζεται στη Hauser & Wirth στη Savile Row του Λονδίνου, από τις αρχές Οκτωβρίου έως τα τέλη Δεκεμβρίου 2026.
Δημιουργείται έτσι ένας ενδιαφέρων κύκλος. Μια εικόνα σε ένα περιοδικό γίνεται η αφετηρία για έναν προβληματισμό γύρω από την ηλικία, ο οποίος εξελίσσεται σε φωτογραφικό έργο μέσα από τα υλικά της Chanel και τελικά επιστρέφει τόσο στο έντυπο χαρτί όσο και στον εκθεσιακό χώρο.

Ο Matthieu Blazy και η σημερινή Chanel
Ο Matthieu Blazy δεν βρίσκεται στην αρχή αυτής της σχέσης. Η σύνδεση της Cindy Sherman με τη Chanel προϋπήρχε κατά πολλά χρόνια της άφιξής του. Τα Fabric Matrons όμως εμφανίζονται σε μια ενδιαφέρουσα στιγμή, καθώς ο Blazy διαμορφώνει τη δική του εποχή στον οίκο.
Αντί να αντιμετωπίζει τους Chanel codes ως ακίνητα σύμβολα, επιστρέφει στα αρχεία και επιχειρεί να τους μεταφέρει στο σήμερα. Το tweed, το jersey, το little black dress, οι αλυσίδες και η 2.55 αποτελούν στοιχεία μιας ιστορίας που μπορεί να συνεχίσει να εξελίσσεται.

Εδώ βρίσκεται και η νοητή συγγένεια με τη Cindy Sherman. Ο Matthieu Blazy ενδιαφέρεται για το υλικό που δεν είναι πάντοτε αυτό που φαίνεται, για το trompe l’oeil και για την πολυτέλεια που μπορεί να μεταμφιεστεί σε κάτι καθημερινό. Η Sherman εφαρμόζει ένα αντίστοιχο παιχνίδι στην ανθρώπινη εικόνα. Το πρόσωπο που βλέπουμε μοιάζει οικείο, αλλά είναι επινοημένο.

Όταν η μόδα γίνεται πολιτισμική εικόνα
Η συνεργασία έχει ενδιαφέρον ακριβώς επειδή η Chanel δεν προσφέρει στη Sherman απλώς προϊόντα για να φωτογραφίσει. Της παραχωρεί μέρος του δικού της λεξιλογίου, τα υφάσματα, τα κοσμήματα, το tweed και την ιστορία τους, επιτρέποντάς της να τα μεταφέρει ελεύθερα στον δικό της κόσμο.
Ίσως εκεί βρίσκεται και η ουσιαστικότερη σχέση ανάμεσα στην τέχνη και τη μόδα. Όχι όταν η μία λειτουργεί ως διακόσμηση της άλλης, αλλά όταν η συνάντησή τους αλλάζει το νόημα των πραγμάτων.
Στην περίπτωση της Cindy Sherman και της Chanel, ένα κομμάτι tweed μπορεί να ξεκινήσει ως ύφασμα, να γίνει ρούχο, στη συνέχεια μεταμφίεση και τελικά μέρος ενός έργου τέχνης. Και σε αυτή ακριβώς τη διαδρομή βρίσκεται η δύναμη της μόδας ως πολιτισμικής εικόνας.

Διαβάστε ακόμα: Η Χέιλι Μπίμπερ και το νέο super trend που θα λατρέψετε