Η TIANORA είναι crossover τραγουδίστρια, σοπράνο, συνθέτρια, παραγωγός και πολυοργανίστρια με φωνητική έκταση τεσσάρων οκτάβων. Ξεκίνησε τη μουσική της πορεία από την ηλικία των επτά ετών, μέσα από κλασικές σπουδές στην όπερα, τη θεωρία και τη βυζαντινή μουσική, στοιχεία που καθόρισαν τον ιδιαίτερο καλλιτεχνικό της χαρακτήρα.

Έγινε ευρύτερα γνωστή μέσα από τη συμμετοχή της στους ημιτελικούς του X-Factor Greece το 2016 και έχει εμφανιστεί σε Ελλάδα και εξωτερικό. Στην αποκλειστική συνέντευξη που παραχώρησε στο okmag και στον Κωνσταντίνο Παναγόπουλο, μιλά για τον δικό της μουσικό κόσμο, όπου η φωνή λειτουργεί ως τελετουργία και η ηχητική της ταυτότητα συνδυάζει ατμοσφαιρικό ambient με ιερές παραδόσεις και μια έντονη μεταφυσική διάσταση.

Ξεκίνησες τη μουσική σου πορεία μόλις στα επτά σου χρόνια με κλασικές σπουδές. Ποια στιγμή θυμάσαι ως καθοριστική για να νιώσεις ότι η μουσική δεν είναι απλώς ένα ταλέντο, αλλά αποστολή ζωής;

Τραγουδούσα μελωδίες πριν ακόμη αποκτήσω σπουδές, μεταφράζοντας όσα ένιωθα και όσα βίωνα γύρω μου. Η στιγμή που περίμενα όλη την μέρα ήτανε απλά γυρίσω από το σχολείο να κάτσω στο πιάνο μου και να «χαθώ» χωρίς σκέψεις! Δεν είχα ποτέ στο μυαλό μου να ασχοληθώ με κάτι άλλο εκτός από την μουσική..

Στην εφηβεία όταν άρχισα να δημιουργώ τις δικές μου μπάντες, να γράφω τα δικά μου τραγούδια και να μοιράζω παρτιτούρες σε μουσικούς ώστε να υλοποιηθεί σε ήχο η μουσική που γεννιόταν στο μυαλό μου, τότε συνειδητοποίησα ότι αυτό είναι αδιαμφισβήτητα σκοπός ζωής.

Εκεί είναι που το πήρα λίγο πόσο σοβαρά από όσο έπρεπε έχασα το πραγματικό νόημα ,και για κάποια χρόνια ένιωθα το τάλαντο εναντίον μου, δεν είχα τον ίδιο ενθουσιασμό , επειδή πάντοτε μπορούσα να ερμηνεύω όλα τα είδη μουσικής και εκεί ήταν που έκανα φαύλους κύκλους στο να βρω την ταυτότητα μου! Σήμερα είμαι ευγνώμων γιατί άλλαξα όλη μου την ζωή και όλος ο ενθουσιασμός για την μουσική μου είναι πραγματικά αυθεντικός.

Η καλλιτεχνική σου ταυτότητα έχει έντονο μυσταγωγικό και πνευματικό στοιχείο. Πότε αποφάσισες ότι θέλεις να ακολουθήσεις αυτή τη διαδρομή επαγγελματικά και να εκτεθείς μέσα από αυτήν;

Από μικρή ηλικία είχα κάποια στοιχεία που μαρτυρούσαν αυτή την πλευρά, αλλά στην σκοτεινή της εκδοχή. Άκουγα έντονα Metal, Gothic και κλασική μουσική, και είχα αντίστοιχα μια βικτωριανή αισθητική και κουλτούρα στις εμφανίσεις μου. Έπειτα πήρα μια τελείως διαφορετική στροφή και βρέθηκα να τραγουδάω disco, soul, jazz και gospel.

Η φωνή μου σε αυτό το είδος έχει μια χροιά που θύμιζει έντονα την αμερικανική soul σκηνή, πολλές φορές μου έλεγαν ότι όταν τραγουδάω είναι σαν να ακούς τραγουδίστρια από το Harlem ή το Detroit, με εκείνη τη βαθιά, εκρηκτική έκφραση που συναντάμε σε φωνές όπως της αγαπημένης Aretha Franklin και Jennifer Hudson. Το παράξενο ήταν ότι όταν με έβλεπαν, δεν το περίμεναν, γιατί είμαι Ελληνίδα, και αυτή η αντίθεση δημιουργούσε πάντα μια έκπληξη που τελικά λειτούργησε υπέρ μου. Έτσι άρχισα να κλείνω αμέτρητα events ως DISCO τραγουδίστρια, ζώντας για χρόνια μέσα σε αυτή την πολύ έντονη, εξωστρεφή σκηνή. Κάπου εκεί όμως ένιωσα ότι, όσο κι αν το αγαπούσα, δεν ήταν ο πραγματικός μου πυρήνας.


Το 2017 γνώρισα τον καθηγητή φωνητικής μου βαθύφωνο Βασίλη-Δεναχή Κωστόπουλο , ο οποίος με βοήθησε να εκτείνω και καταλάβω τον πυρήνα, την μέθοδο και τον τρόπο που λειτουργεί η φωνή μου πλήρως ,ώστε να ανακαλύψω όλο το εύρος της ώστε να υπηρετώ όλα τα είδη που ήθελα.

Ετσι λοιπόν το 2023 ήταν μια χρονιά καμπής για μένα. Είχα κουραστεί και σχεδόν εξαντληθεί προσπαθώντας να καταλάβω τι ακριβώς θέλω να κάνω. Μέσα από ένα γεγονός γνώρισα τη τότε μέντορά μου, και εκεί ξεκίνησε μια διαδρομή περίπου
δυόμιση χρόνων που άλλαξε τελείως τον τρόπο που βλέπω την ζωη και τη μουσική. Μέσα από το spirituality και έναν διαφορετικό τρόπο ύπαρξης, που ένιωθα ότι η ψυχή μου διψούσε να ανακαλύψει, άρχισαν να έρχονται ιδέες, ήχοι και εικόνες που δεν ήταν κατανοητά αλλά ήταν η αλήθεια μου.

Πολλές φορές έγραφα πράγματα χωρίς καν να ξέρω τι σημαίνουν, απλώς ένιωθα ότι περνούν μέσα από μένα και πρέπει να αποτυπωθούν. Με τον καιρό άρχισα να καταλαβαίνω ότι αυτό ήταν το πιο αυθεντικό κομμάτι μου.


Σήμερα νιώθω ότι διαμορφώνω την καλλιτεχνική μου ταυτότητα με απόλυτη ελευθερία, χωρίς να σκέφτομαι τι περιμένουν οι άλλοι ή τι θεωρείται σωστό. Αισθάνομαι ότι η φωνή μου, η αισθητική μου και ο τρόπος που δημιουργώ είναι σε απόλυτη ευθυγράμμιση με αυτό που είμαι και με αυτό που εξελίσσομαι να γίνω. Και αυτή η ευθυγράμμιση είναι που με οδηγεί να ταξιδεύω συνεχώς και να τραγουδώ σε νέα μέρη, εκφράζοντας την αλήθεια μου.

Το 2016 σε γνωρίσαμε ευρύτερα μέσα από το X-Factor. Πώς βίωσες εκείνη τη μετάβαση από την προσωπική δημιουργία στη μεγάλη τηλεοπτική σκηνή;

Η εμπειρία ήταν έντονη και βαθιά μεταμορφωτική. Όχι τόσο στη στιγμή του performance, όσο στη διαδικασία της προετοιμασίας, όπου καλείσαι να ισορροπήσεις ανάμεσα στην προσωπική σου αλήθεια και σε μια τηλεοπτική πραγματικότητα που έχει τη δική της δυναμική και απαιτήσεις ως προς την εικόνα. Αυτό για μένα ήταν το πιο απαιτητικό κομμάτι, υπήρχαν στιγμές που ένιωθα ότι
απομακρύνομαι από τον αυθόρμητο εαυτό μου, όμως ταυτόχρονα επέλεγα να εμπιστευτώ τη γνώση και την εμπειρία των ανθρώπων που βρίσκονταν γύρω μου.


Στάθηκα ιδιαίτερα τυχερή γιατί coach μου ήταν η Tamta, ένας άνθρωπος και καλλιτέχνιδα με πραγματικά ελεύθερο πνεύμα, που τολμά χωρίς φόβο να εξερευνά νέες ταυτότητες και αισθητικές.

Η παρουσία της για μένα λειτούργησε σαν υπενθύμιση ότι η εξέλιξη δεν σημαίνει απώλεια του εαυτού, αλλά διεύρυνσή του. Με στήριξε ουσιαστικά, όχι μόνο καλλιτεχνικά αλλά και ψυχικά. Το X-Factor ήταν μια μύηση στη μεγάλη σκηνή. Μου έδωσε αντοχή, επίγνωση και μια εσωτερική ευφορία μέσα στην πίεση, που με προετοίμασε για κάθε επόμενη τηλεοπτική ή διεθνή διαδικασία που χρειάστηκε να αντιμετωπίσω όπως, για παράδειγμα, την εμπειρία της Eurovision.

Θεωρείς ότι ένα talent show μπορεί να αναδείξει την αυθεντική καλλιτεχνική ταυτότητα ενός δημιουργού ή χρειάζεται εσωτερική ισορροπία για να μη χαθεί μέσα στη διαδικασία;

Ρεαλιστικά, όταν επιλέγεις να μπεις σε ένα talent show, μπαίνεις συνειδητά σε ένα παιχνίδι όπου δοκιμάζεται η ανθεκτικότητα της ταυτότητά σου. Αν χαθείς μέσα σε αυτό, πιστεύω ότι κάπου υπήρχε ήδη μια εσωτερική αστάθεια ή μια ταυτότητα που δεν έχεις διεκδικήσει. Όταν δεν έχεις βρει τον εαυτό σου από μέσα, είναι πολύ εύκολο να αρχίσεις να τον αναζητάς μέσα από εξωτερικούς παράγοντες και εκεί είναι που δημιουργείται ο αποσυντονισμός.

Το 2016, στο X-Factor, μπήκα σε μια αρκετά χαοτική φάση της ζωής μου. Προσπαθούσα να καταλάβω ποια είμαι μέσα από το πώς με βλέπουν οι άλλοι, μέσα από τις οδηγίες, τις γνώμες, τις προσδοκίες.

Αυτή η αναζήτηση προς τα έξω δεν με γείωνε, αντίθετα με μπέρδευε περισσότερο.
Και εκεί υπάρχει η διαρροή που επιτρέπεις στους άλλους να πάρουν θέση για εσένα.
Φέτος ένιωσα την τεράστια διαφορά. Είχα εμπιστοσύνη σε μένα ,ήξερα ακριβώς τι θέλω και πώς θέλω να το εκφράσω. Κάθε απόφαση ήταν συνειδητή, η ομάδα μου ήταν απόλυτα
ευθυγραμμισμένη μαζί μου, και η παραμικρή λεπτομέρεια από το τραγούδι μέχρι την εικόνα γεννήθηκε μέσα από ένα όραμα.


Οπότε, για να απαντήσω ξεκάθαρα, ένα talent show μπορεί να αναδείξει την αυθεντική ταυτότητα ενός καλλιτέχνη, αλλά μόνο όταν εκείνος την έχει ανακαλύψει μέσα από την εμπιστοσύνη. Όταν πρεσβεύεις με όλο σου το είναι αυτό που έχεις χτίσει, όταν ακούς τη διαίσθησή σου και εμπιστεύεσαι το αόρατο, τότε τίποτα δεν χάνεται,αντίθετα όλα γίνονται πιο φωτεινά και πιο αληθινά με ροή.

Το «Anatello» σε έφερε ανάμεσα στους διεκδικητές της ελληνικής εκπροσώπησης στον εθνικό τελικό της Eurovision. Τι συμβολίζει για σένα αυτή η συμμετοχή σε αυτό το στάδιο της πορείας σου;

Ήταν μια διαδικασία στην οποία έβαλα όλο μου το είναι , χτίζοντας τη στιγμή που θα βρεθώ πάνω σε αυτή τη σκηνή. Για μένα η Eurovision, και γενικά μια τόσο μεγάλη πλατφόρμα, είναι ένα portal,μια πύλη μέσα από την οποία μπορείς να επικοινωνήσεις με εκατομμύρια ανθρώπους, ακόμη κι αν δεν γνωρίζουν συνειδητά τι ακριβώς λαμβάνουν.


Το «Anatello» για μένα συμβολίζει μια επιστροφή στην αλήθεια. Στην ενέργεια αυτού του τόπου, στη δύναμη που κουβαλά η Ελλάδα, αλλά και στη μνήμη που πολλές φορές έχουμε χάσει μέσα σε μια εποχή υπνωτισμού και αποσύνδεσης. Ήθελα να θυμίσω ότι ο άνθρωπος έχει πάντα την επιλογή να βγει από το σκοτάδι, να μην υπάρχει απλώς, αλλά να ζει πραγματικά.
Σε προσωπικό επίπεδο, αυτή η συμμετοχή συμβολίζει ότι κατάφερα να σταθώ στη σκηνή
αυθεντικά, όπως ακριβώς το είχα οραματιστεί. Μέσα από αυτό με γνώρισε κόσμος που έχει ανάγκη να νιώσει, να θεραπευτεί, να συνδεθεί μέσα από τον ήχο. Και αυτό είναι μόνο η αρχή, γιατί ετοιμάζουμε πολλή μουσική που ανυπομονώ να μοιραστώ με τον κόσμο.

Αν στεκόσουν στη σκηνή της Eurovision εκπροσωπώντας την Ελλάδα, ποιο συναίσθημα θα ήθελες να μεταδώσεις και ποιο φως να αφήσεις στο ευρωπαϊκό κοινό;

Αρχικά, το να εκπροσωπήσω τη χώρα μου στη Eurovision είναι κάτι που θα συνεχίσω να διεκδικώ με αίσθημα ευθύνης και με έναν ανώτερο σκοπό, όχι απλώς ως μια προσωπική «επιτυχία». Μέσα από τη μουσική θέλω να μεταδώσω το βίωμα του να είσαι πραγματικά παρών, να θυμίσω τη δύναμη της συνειδητής ύπαρξης και την ελευθερία που γεννιέται όταν ζούμε στο τώρα.

Θα ήθελα το κοινό να νιώσει ότι η μουσική μπορεί να λειτουργήσει βαθύτερα , να αγγίξει κατευθείαν την ψυχή και να μετατοπίσει την ενέργεια μέσα σε λίγες στιγμές. Να βιώσει την απελευθέρωση, τη σύνδεση με κάτι μεγαλύτερο και την πίστη ότι ο καθένας μπορεί να γίνει αυτό που πραγματικά προορίζεται να γίνει. Το φως που θα ήθελα να αφήσω είναι η υπενθύμιση ότι όλοι το κουβαλάμε μέσα μας άλλοτε
έντονο, άλλοτε σιωπηλό αλλά πάντα ικανό να μας καθοδηγήσει, αρκεί να το εμπιστευτούμε.

Διαβάστε επίσης: Eurovision 2026: Οι celebrities που έδωσαν το «παρών» στον εθνικό τελικό του «Sing For Greece»

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ