Στις παρυφές του λόφου του Φιλοπάππου, εκεί που η Αθήνα αλλάζει ρυθμό χωρίς να το καταλαβαίνεις, το Κουκάκι κρατά μια σπάνια ισορροπία. Από τη μία η ένταση της πόλης, από την άλλη μια ηρεμία που έρχεται σχεδόν φυσικά, σαν συνέχεια του λόφου και του φωτός.
Εκεί βρίσκεται το ατελιέ του Μάρκελλου Πολυδώρου.

Ένας χώρος που δεν λειτουργεί σαν boutique αλλά σαν προσωπικό εργαστήριο. Μπαίνοντας, νιώθεις ότι τα ρούχα δεν είναι προϊόντα. Είναι στάδια μιας διαδικασίας. Στις κρεμάστρες, λίγα κομμάτια. Στις κούκλες, φορέματα που μοιάζουν να βρίσκονται ακόμη σε διάλογο με το σώμα που θα τα φορέσει. Λίγο πιο μέσα, κρεμάστρες με λευκά, μαύρα και υποψίες χρώματος, ένα τραπέζι με σχέδια, καρτελάκια, νήματα, ένα laptop ανοιχτό, μια ραπτομηχανή, μια καρέκλα με πλεκτό ριγμένο πρόχειρα σαν να κάποιος σηκώθηκε για λίγο και θα επιστρέψει σε πέντε λεπτά. Και έπειτα ο ίδιος, ήρεμος, φωτεινός, με εκείνο το σπάνιο μείγμα συγκέντρωσης και καλοσύνης που σε κάνει να πιστεύεις ότι όσα λέει τα έχει πρώτα ζήσει, μετά σκεφτεί και μόνο στο τέλος τα έχει ντύσει με λέξεις.

Και εκεί τον συναντάμε σε έναν χώρο που μοιάζει να λειτουργεί με τον δικό του χρόνο. Ο Μάρκελλος Πολυδώρου μας υποδέχεται χωρίς καμία επιτήδευση. Ήρεμος, συγκεντρωμένος, με μια παρουσία που δεν χρειάζεται ένταση για να γίνει αισθητή.

Ο Μάρκελλος Πολυδώρου ανήκει σε εκείνη τη νέα γενιά δημιουργών που δεν μπήκαν στη μόδα ακολουθώντας μια ευθεία γραμμή. Γεννημένος στην Αθήνα, σπούδασε πρώτα στο Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, μια εμπειρία που, όπως αναφέρει και ο ίδιος στην επίσημη βιογραφία του, τον έφερε ακόμη πιο κοντά στη φύση, η οποία παραμένει μέχρι σήμερα η βασική πηγή της έμπνευσής του. Στη συνέχεια ακολούθησε μεταπτυχιακές σπουδές στο Politecnico di Milano, ενώ η διαδρομή του περιλαμβάνει συνεργασίες και εμπειρίες που για έναν νέο σχεδιαστή μοιάζουν σχεδόν μυθικές, από το ατελιέ της Laskari στο Μιλάνο μέχρι την Iris van Herpen στο Άμστερνταμ.
Όταν το σχέδιο γίνεται μόδα
«Υπήρχε πάντα αυτό το μικρόβιο», λέει σχεδόν αμέσως ο Μάρκελλος Πολυδώρου όταν η κουβέντα γυρίζει στα πρώτα χρόνια. Ο πατέρας του είναι αρχιτέκτονας, άνθρωπος του σχεδίου, αλλά και της ζωγραφικής. Όχι με την έννοια μιας μακρινής οικογενειακής επιρροής που αργότερα αποκτά συμβολισμό, αλλά πολύ πρακτικά. Του μάθαινε σχέδιο, ελεύθερο και αρχιτεκτονικό. Στο σπίτι υπήρχαν γραμμές, φόρμες, καμπύλες, εικόνες. Υπήρχε, όπως θυμάται, και ένα παιχνίδι που σήμερα ακούγεται σχεδόν συγκινητικό. Ξεφύλλιζαν μαζί περιοδικά με καρέκλες και συζητούσαν ποια αρέσει στον μικρό Μάρκελλο και γιατί. Για τη γραμμή, για τη σκληρότητα ή τη μαλακότητα του σχήματος, για τη γωνία, για την καμπύλη.
Και όμως, η μόδα δεν ήρθε αμέσως σαν συνειδητή φιλοδοξία. Δεν ήταν το παιδί που έλεγε από νωρίς «θα γίνω σχεδιαστής». Ήταν μάλλον το παιδί που, όταν έπαιζε LEGO με τα αδέλφια του και όλοι μαζί έφτιαχναν μια ολόκληρη πόλη, εκείνος φρόντιζε πάντα να υπάρχει ένα μαγαζί με ρούχα. Εκ των υστέρων, ακούγεται σαν προμήνυμα. Τότε ήταν απλώς ένστικτο. Η μόδα δεν ήρθε αμέσως σαν συνειδητή φιλοδοξία. Ήρθε σαν ένστικτο.

Η γεωπονία, η φύση και η στιγμή της αποκάλυψης
Η αρχιτεκτονική ήταν η πρώτη σκέψη, αλλά οι Πανελλήνιες τον οδήγησαν αλλού. Στο Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, και πιο συγκεκριμένα στην Αξιοποίηση Φυσικών Πόρων. Εκεί, αντί να απομακρυνθεί από τον δημιουργικό εαυτό του, συνέβη το αντίθετο. Η επαφή με τα φυτά, τα έντομα, τα λουλούδια, την ανατομία, την παρατήρηση, τη λεπτομέρεια, άνοιξε έναν άλλο εσωτερικό χάρτη. Η φύση έπαψε να είναι μόνο αγάπη και έγινε λεξιλόγιο.

Δεν είναι τυχαίο ότι αυτή η σύνδεση επιβεβαιώνεται και δημόσια πια σαν βασικό στοιχείο της ταυτότητάς του. Ο Μάρκελλος Πολυδώρου είναι ένας δημιουργός που μετέφερε στη μόδα όσα έμαθε από τη μελέτη της φύσης, ενώ το έργο του έχει ήδη συνδεθεί με οργανικές γραμμές, φυσικά μοτίβα και μια πιο ποιητική εκδοχή της υψηλής ραπτικής.
Κάπου εκεί άρχισε να ράβει μόνος του, σχεδόν αυτοδίδακτα, μέσω YouTube και την μηχανή της γιαγιάς του. Τα πρώτα του πειράματα είχαν κάτι όμορφα ακατέργαστο. Ένα φόρεμα φτιαγμένο σαν διάφανη σακούλα και τούλι. Ένα παντελόνι φτιαγμένο όχι από ένα ενιαίο ύφασμα αλλά από λωρίδες που έμπαιναν η μία μέσα στην άλλη.
Δεν υπήρχε ακόμη brand. Υπήρχε όμως ήδη γλώσσα.
Μιλάνο, Róisín Murphy και τα πρώτα μεγάλα σημάδια
Η είσοδος στο Politecnico di Milano υπήρξε καθοριστική. Ο Μάρκελλος Πολυδώρου δεν πήγε σαν προπτυχιακός φοιτητής αλλά έγινε δεκτός σε μεταπτυχιακό πρόγραμμα, έχοντας ήδη ένα portfolio που έδειχνε ότι δεν ξεκινούσε από το μηδέν. Εκεί ήρθε η πιο συστηματική κατάρτιση, η επαφή με το draping, την υψηλή ραπτική, την παραγωγή, τη δομή του ρούχου. Και εκεί, τελικά, άρχισε να αποκτά μορφή η φωνή του.
Η πτυχιακή του συλλογή, με τίτλο Corpus, αποδείχθηκε κάτι πολύ περισσότερο από ακαδημαϊκή άσκηση. Μέρος αυτής της συλλογής φόρεσε η Róisín Murphy στην ευρωπαϊκή της περιοδεία το 2019, δίνοντας στον νέο σχεδιαστή ένα από εκείνα τα σπάνια πρώτα σημάδια που δεν ξεχνιούνται ποτέ.

«Είχα κάνει την πτυχιακή μου και ένα από τα κομμάτια ήταν ένα κίτρινο φόρεμα. Τότε θα ερχόταν η Roisin Murphy στην Αθήνα για συναυλία και ένας φίλος μού λέει “στείλε της”. Και το έκανα, πολύ απλά». Δεν υπήρχε στρατηγική, ούτε κάποια οργανωμένη προσέγγιση. Μόνο μια σχεδόν αθώα πρωτοβουλία. «Βρήκα μια επαφή και έστειλα ένα mail στη μάνατζερ της. Της έγραψα ποιος είμαι, ότι έχω αυτή τη συλλογή και ότι θα ήθελα να τη ντύσω. Ήταν πολύ απλό. Και μου ήρθε απάντηση ότι της άρεσε πολύ το κίτρινο φόρεμα και ότι το θέλει». Από εκεί και μετά όλα γίνονται γρήγορα. Του στέλνουν τα μέτρα, προσαρμόζει το φόρεμα και το στέλνει. «Ήμουν στην Ελλάδα τότε και πήγα και στη συναυλία. Και κάποια στιγμή τη βλέπω να βγαίνει με το φόρεμα. Ήταν πολύ δυνατή στιγμή. Μου είχε στείλει και μήνυμα. Είναι φανταστική, και σαν άνθρωπος και σαν καλλιτέχνης». Αυτό που του έμεινε περισσότερο δεν ήταν μόνο το γεγονός ότι φόρεσε κάτι δικό του. Ήταν ο τρόπος. «Αυτό που μου αρέσει σε εκείνη είναι ότι δεν βλέπει τη μόδα με περιορισμούς. Θα φορέσει μεγάλα ονόματα, αλλά αν δει κάτι που της αρέσει πραγματικά, θα το ψάξει. Αυτό έχει πολύ ενδιαφέρον». Και ίσως εκεί, σε εκείνη τη σκηνή, να υπήρξε μια πρώτη, σιωπηλή επιβεβαίωση.
Ότι η δουλειά του μπορεί να φύγει από το ατελιέ και να βρει τη θέση της στον κόσμο.

Iris van Herpen και το μάθημα της κατασκευής
Μετά το Politecnico ήρθε το ατελιέ Laskari στο Μιλάνο και κατόπιν η εμπειρία στο πλευρό της Iris van Herpen. Η εμπειρία στο ατελιέ της Iris van Herpen στο Άμστερνταμ δεν έρχεται σαν φυσική συνέχεια της διαδρομής του. Έρχεται σαν μια απότομη μετατόπιση, σαν να περνάς σε έναν κόσμο όπου η μόδα παύει να λειτουργεί με τους όρους που ήδη γνωρίζεις.
«Έκανα αίτηση και με πήραν για πρακτική και απλώς πήγα», λέει, σχεδόν με την απλότητα με την οποία θα περιέγραφε μια καθημερινή απόφαση. Ήταν περίοδος COVID, αλλά αυτό δεν στάθηκε αρκετό για να τον κρατήσει πίσω. «Δεν το σκέφτηκα πολύ. Ήθελα να το ζήσω».
Η καθημερινότητα εκεί δεν θυμίζει σε τίποτα μια κλασική εμπειρία σε έναν οίκο μόδας. Δεν υπάρχει η αίσθηση της επανάληψης, ούτε η ασφάλεια μιας συγκεκριμένης διαδικασίας. Αντίθετα, όλα μοιάζουν να βρίσκονται σε διαρκή αναζήτηση. «Στην αρχή κάνεις τα πάντα. Ράβεις, βοηθάς, δοκιμάζεις υλικά, μπαίνεις σε διαδικασίες που δεν είναι πάντα ξεκάθαρες. Αλλά αυτό είναι και το πιο ενδιαφέρον. Δεν υπάρχει ένα πράγμα. Υπάρχουν πολλά μικρά πράγματα που ενώνονται».

Αυτά τα “μικρά πράγματα” είναι που σταδιακά αλλάζουν τον τρόπο που σκέφτεται. Υλικά που δεν συναντάς εύκολα αλλού, τεχνικές που μοιάζουν περισσότερο με πείραμα παρά με κατασκευή, επιφάνειες που κόβονται, ενώνονται και ξανασχηματίζονται. Χάντρες, παγιέτες, λέιζερ κοπές, μεμβράνες, στρώσεις που λειτουργούν σαν παζλ. «Μπαίνεις σε μια λογική όπου παίρνεις ένα κομμάτι, μετά άλλο ένα, και στο τέλος όλα μαζί γίνονται κάτι. Δεν ξεκινάς πάντα από ένα πατρόν. Ξεκινάς από στοιχεία».
Εκεί συνειδητοποιεί κάτι που θα τον ακολουθήσει και μετά, σε ό,τι κάνει. Ότι δεν υπάρχει ένας μόνο τρόπος να δημιουργήσεις. Ότι δεν χρειάζεται να περιορίζεσαι σε μια λογική. «Αυτό που μου έμεινε πιο πολύ είναι ότι μπορείς να παίξεις με οτιδήποτε. Δεν χρειάζεται να μένεις σε κάτι συγκεκριμένο. Αυτό σου ανοίγει πολύ το μυαλό».

Η ίδια η παρουσία της Iris van Herpen δεν είναι θορυβώδης. Δεν επιβάλλεται, δεν γεμίζει τον χώρο με ένταση. Είναι κάτι πολύ πιο εσωτερικό. «Είναι αρκετά εσωστρεφής. Ερχόταν, έκανε τη δουλειά της και χρειαζόταν πολύ ηρεμία για να μπορεί να δημιουργεί. Δεν είχαμε πολλές προσωπικές συζητήσεις, αλλά είχε μια πολύ συγκεκριμένη ενέργεια. Μια συγκέντρωση».
Σε μια περίοδο που τα shows δεν γίνονταν κανονικά, η δουλειά μεταφερτόταν αλλού, σε μια μεγάλη φωτογράφιση. Εκεί η εμπειρία γίνεται πιο προσωπική. «Υπήρχαν κομμάτια που ήξερα ότι τα έχω ράψει εγώ. Και αυτό ήταν πολύ ιδιαίτερο συναίσθημα.» Να βλέπεις κάτι ολοκληρωμένο και να ξέρεις ότι έχεις βάλει τα χέρια σου μέσα σε αυτό.
Δεν είναι μια εμπειρία που σε οδηγεί να μιμηθείς. Είναι μια εμπειρία που σε αναγκάζει να καταλάβεις. Να δεις πίσω από την εικόνα. Να αναγνωρίσεις τη δομή, τη διαδικασία, τη λογική που κρατάει ένα ρούχο όρθιο πριν ακόμη υπάρξει σαν εικόνα. «Πλέον όταν σχεδιάζω, το σκέφτομαι αλλιώς. Δεν βλέπω απλώς το αποτέλεσμα. Βλέπω τα βήματα. Τη ραφή, το πώς θα σταθεί, πώς θα γίνει τρισδιάστατο. Είναι σαν να έχεις μάθει μια γλώσσα».

Και ίσως αυτή να είναι και η πιο ουσιαστική κληρονομιά εκείνης της περιόδου. Όχι μια αισθητική που μεταφέρεται, αλλά ένας τρόπος σκέψης που μένει.
Δεν είναι υπερβολή να πει κανείς ότι αυτό φαίνεται και στη μετέπειτα δουλειά του. Τα χαρακτηριστικά «κύτταρα» που επιστρέφουν σε δημιουργίες του, οι οργανικές φόρμες, οι όγκοι που δεν δείχνουν απλώς διακοσμητικοί αλλά σχεδόν βιολογικοί, η σχέση του με την επιφάνεια, όλα αυτά μοιάζουν να κρατούν μαζί δύο κόσμους.
Την παρατήρηση του μικροσκοπίου και τη ραπτική ακρίβεια.

Επιστροφή στην Αθήνα και το δικό του σύμπαν
Η επιστροφή στην Ελλάδα δεν έγινε σαν συμβιβασμός αλλά σαν συνειδητή απόφαση. Έπειτα από τις εμπειρίες στο εξωτερικό, ο Μάρκελλος Πολυδώρου άρχισε να νιώθει ότι ήθελε μια ζωή με περισσότερη ουσία και λιγότερο θόρυβο. Κάπως έτσι γεννήθηκε το σημερινό ατελιέ του στο Κουκάκι, ένας χώρος που μοιάζει να αποτυπώνει ακριβώς αυτή την ισορροπία ανάμεσα στο κέντρο και την ησυχία, στη ζωή της πόλης και στην ανάγκη για εσωτερικότητα.
Η πρώτη του συλλογή παρουσιάστηκε με τον τίτλο Against All Logic, ενώ τα επόμενα κεφάλαια της δουλειάς του, μαζί με bridal προτάσεις και made-to-measure δημιουργίες, φιλοξενούνται πλέον στο επίσημο site του. Ταυτόχρονα, ο Μάρκελλος Πολυδώρου έχει ήδη αναγνωριστεί από τον ελληνικό Τύπο σαν μία από τις πιο υποσχόμενες νέες φωνές της σύγχρονης ελληνικής μόδας, ενώ το 2020 διακρίθηκε στα ELLE Fashion Young Talents Awards στην κατηγορία Graduate.
«Μου αρέσει πολύ η εικόνα, το βίντεο, το mood», λέει όταν μιλάμε για τον τρόπο που θέλει να δείχνει τη δουλειά του. Και αυτό βγάζει νόημα. Γιατί ακόμη και ο χώρος του μοιάζει σκηνοθετημένος χωρίς να είναι στημένος. Σαν να μπορεί να υποδεχθεί εξίσου φυσικά μια νύφη, μια φωτογράφιση, μια πρόβα, μια συζήτηση για ύφασμα, ή έναν άνθρωπο που απλώς θέλει να καταλάβει πώς γεννιέται ένα ρούχο.

Η στιγμή της δοκιμής
Σε κάποιο σημείο της συζήτησης, η κουβέντα πηγαίνει στη στιγμή που το ρούχο δοκιμάζεται για πρώτη φορά. Εκεί, όπως λέει, όλα αλλάζουν. «Μέχρι να φορεθεί, δεν ξέρεις τίποτα», λέει. «Το ρούχο ολοκληρώνεται πάνω σε κάποιον».
Υπάρχει μια σχεδόν τελετουργική διάσταση σε αυτή τη διαδικασία. Το fitting δεν είναι απλώς τεχνικό στάδιο. Είναι διάλογος. Και ίσως εκεί βρίσκεται και η διαφορά. Ότι το ρούχο δεν επιβάλλεται.
Οι μικρές συντεταγμένες του Μάρκελλου Πολυδώρου
Πώς χαλαρώνεις στην Αθήνα;
Συνήθως με φίλους. Πηγαίνουμε κυρίως σε μεζεδοπωλεία ή μαζευόμαστε σε σπίτια. Μου αρέσει πολύ αυτό, η απλότητα, να κάθεσαι χωρίς πρόγραμμα, να τρως και να μιλάς.
Έχεις να προτείνεις κάποιο αγαπημένο μαγαζί;
Ναι, τελευταία είχα πάει σε ένα πολύ παλιό, προς Βοτανικό από πίσω. Από αυτά τα μικρά μέρη που τα αγαπάς για συγκεκριμένα πράγματα. Εμείς έχουμε κολλήσει με τα κεφτεδάκια εκεί.
Βόλτα στην Αθήνα;
Μου αρέσει πάρα πολύ η βόλτα που κάνω όταν κατεβαίνω στο κέντρο για να πάρω υλικά. Είμαι στον λόφο του Φιλοπάππου, οπότε κατεβαίνω από την Ακρόπολη και βγαίνω προς Μοναστηράκι. Αυτή η διαδρομή είναι πραγματικά πολύ ωραία, ειδικά με τον καιρό που έχουμε. Την κάνω συχνά και με ποδήλατο.
Κάνεις κολύμπι;
Ναι. Στο ΟΑΚΑ. Είναι ανοιχτό και το προτιμώ. Πηγαίνω κυρίως πρωί. Έκανα κολυμβητήριο μικρός για πολλά χρόνια, οπότε το έχω κρατήσει.
Μια ταινία που σου άρεσε πρόσφατα;
Πήγα και είδα το Pillion. Μου άρεσε πολύ σαν ιδέα και σαν θέμα, είχε κάτι που δεν το βλέπεις συχνά. Μου άρεσε η φωτογραφία και το vibe, αλλά ένιωσα ότι κάποια πράγματα δεν τα πήγε μέχρι το τέλος. Παρ’ όλα αυτά, σαν αφετηρία ήταν πολύ ενδιαφέρον.
Σκηνοθέτης που σε εμπνέει;
Μου αρέσει πάρα πολύ ο Γιώργος Λάνθιμος. Έχω δει όλες τις ταινίες του. Μου αρέσει αυτή η ωμότητα που έχει, αλλά ταυτόχρονα και η αλήθεια μέσα σε αυτό.
Βιβλίο που αγαπάς;
Μου αρέσει πάρα πολύ να διαβάζω. Ένα από τα αγαπημένα μου είναι Ο Μαιτρ και η Μαργαρίτα. Μου αρέσουν γενικά τα σουρεαλιστικά βιβλία, αυτά που σε ταξιδεύουν και σε βγάζουν από τη γραμμική αφήγηση.
Φαγητό;
Τα κεφτεδάκια μού αρέσουν πάρα πολύ. Και γενικά το πιο απλό, το πιο παραδοσιακό. Μπορεί να ακουστεί αστείο, αλλά από τα αγαπημένα μου φαγητά είναι και οι φακές.
Από ιταλικό;
Μου αρέσει πάρα πολύ το ossobuco με ριζότο. Και γενικά το ριζότο.
Από ολλανδικό φαγητό;
Δεν θα πω ότι με κέρδισε ιδιαίτερα η ολλανδική κουζίνα. Είχα βρει ένα συγκεκριμένο burger place και έτρωγα κυρίως burger.
Αγαπημένο μέρος για φαγητό;
Ένα μικρό μαγαζί, πολύ παλιό, στον Βοτανικό, Ο Λελούδας. Εκεί πηγαίνω για τα κεφτεδάκια.
Ιδανικό outfit για κάποιον ή κάποια που θέλει να έχει ενδιαφέρον;
Μου αρέσει πολύ το συνδυαστικό στιλ. Να παίρνεις κάτι πιο καλό και να το φέρνεις κοντά σε κάτι πιο καθημερινό. Ένα πολύ ωραίο top ή ένας κορσές με τζιν. Ή ένα σακάκι με τζιν και δερμάτινα παπούτσια. Αυτό δίνει ελευθερία και προσωπικότητα.
Αυτό είναι κάτι που το έβλεπες και στο Μιλάνο;
Ναι, πολύ. Εκεί έβλεπες πολύ ιδιαίτερα κομμάτια να φοριούνται με φυσικότητα. Οι Μιλανέζες έχουν αυτή την ελευθερία.
Ιδανικές διακοπές;
Για μένα το καλοκαίρι σημαίνει πάντα νησί. Όποιο νησί. Από τα τελευταία που πήγα και δεν το περίμενα, ήταν η Χίος. Μου άρεσε πάρα πολύ. Το φαγητό, οι παραλίες, η μαστίχα, η απλότητα, αλλά και το ότι το νησί αλλάζει τόσο έντονα από περιοχή σε περιοχή.
Τι σε εντυπωσίασε στον Κάμπο;
Είναι ένας κόσμος ολόκληρος. Μεγάλες εκτάσεις, αρχοντικά, κήποι, οπωροφόρα, ψηφιδωτά, συντριβάνια. Μένεις με το στόμα ανοιχτό.
Πήγες με πλοίο ή αεροπλάνο;
Με πλοίο. Μου αρέσει πολύ το πλοίο, παρότι ήταν πολλές ώρες.
Από εξωτερικό;
Η Λισαβόνα μού άρεσε πάρα πολύ. Και θα τη συνδύαζα και με το Πόρτο. Είναι φανταστικές πόλεις και με πολύ ωραίο φαγητό, που για μένα μετράει πολύ.

Ένα ατελιέ, μια στάση ζωής
Βγαίνοντας ξανά στον δρόμο, η Αθήνα επιστρέφει με τον γνώριμο ρυθμό της, τους ήχους, την κίνηση, τις μικρές βιασύνες που ξαναπαίρνουν τη θέση τους μέσα στην ημέρα. Και όμως κάτι έχει μετατοπιστεί, σχεδόν ανεπαίσθητα. Ίσως γιατί για λίγο βρέθηκες σε έναν χώρο που δεν λειτουργεί με αυτούς τους όρους. Έναν χώρο όπου το ρούχο δεν στέκεται σαν εικόνα έτοιμη να καταναλωθεί, αλλά σαν διαδικασία που εξελίσσεται, σαν σχέση που χτίζεται, σαν χρόνος που χρειάζεται για να πάρει μορφή. Τα υφάσματα, τα σχέδια, οι πρόβες, όλα μοιάζουν να βρίσκονται ακόμη σε διάλογο με αυτό που πρόκειται να γίνουν. Και ίσως αυτό να είναι τελικά το πιο ουσιαστικό στοιχείο σε ό,τι κάνει ο Μάρκελλος Πολυδώρου. Ότι μέσα στο ατελιέ του η υψηλή ραπτική δεν υψώνει τον τόνο της για να δηλώσει την παρουσία της. Παραμένει κάτι πιο ήσυχο, πιο εσωτερικό, σχεδόν ιδιωτικό. Μια προσωπική υπόθεση που δεν χρειάζεται να εξηγηθεί για να γίνει αισθητή.

Διαβάστε επίσης: Μάργκοτ Ρόμπι: Η απόλυτη εκπρόσωπος του οίκου Chanel