Το απλό ντύσιμο δεν είναι πάντα ένδειξη ουδετερότητας. Κάποιες φορές είναι το πιο ξεκάθαρο σημάδι αυτογνωσίας. Ο Λάκης Γαβαλάς είναι από τις σπάνιες φιγούρες της ελληνικής δημόσιας ζωής που δεν χρειάζονται εισαγωγή. Κι όμως, κάθε φορά που τον κοιτάς, νιώθεις ότι χρειάζεται ένα νέο πλαίσιο. Όχι γιατί αλλάζει. Αλλά γιατί μετακινείται.

Από δεκαετία σε δεκαετία, από ρόλο σε ρόλο, από υπερβολή σε σιωπή, από performance σε απόλυτη καθαρότητα. Στην Ελλάδα, ο Λάκης Γαβαλάς συχνά περιγράφεται μονολεκτικά. «Εκκεντρικός». Είναι μια λέξη βολική, αλλά ανεπαρκής. Γιατί αυτό που κάνει και το κάνει με συνέπεια δεκαετιών, δεν είναι να προκαλεί. Είναι να συνομιλεί με τη μόδα σαν πολιτισμικό εργαλείο. Και ίσως πουθενά αυτό να μη γίνεται πιο καθαρό από τις στιγμές που επιλέγει να ντυθεί απλά.

Από την υπερβολή στη γνώση
Το εκκεντρικό ντύσιμο του Λάκη Γαβαλά δεν είναι μεταμφίεση. Είναι αρχειακή πράξη. Κάθε κάπα, κάθε πουά, κάθε καπέλο, κάθε ακραία σιλουέτα λειτουργεί σαν αναφορά. Στην Elsa Schiaparelli, στον Patou, στο θέατρο, στο cabaret, στη δεκαετία του ’70, στην queer κουλτούρα, στη μόδα σαν τέχνη και σαν σχόλιο. Ο Γαβαλάς δεν φοράει «ρούχα». Φοράει γνώση ενσωματωμένη στο σώμα. Γι’ αυτό και η εκκεντρικότητά του δεν μοιάζει ποτέ με καρικατούρα. Είναι πάντα συγκεκριμένη. Μελετημένη. Σαν να ξέρει ακριβώς γιατί στέκεται έτσι, γιατί κρατά αυτό το αντικείμενο, γιατί σηκώνει το χέρι με αυτόν τον τρόπο. Και εδώ αρχίζει να γίνεται ενδιαφέρον το αντίθετο άκρο.

Όταν ο θόρυβος σταματά ή το απλό ντύσιμο σαν αποκάλυψη
Υπάρχουν στιγμές που ο Λάκης Γαβαλάς εμφανίζεται με ένα απλό σακάκι, ένα παντελόνι με σωστή γραμμή, ένα ζευγάρι παπούτσια χωρίς πρόθεση εντυπωσιασμού. Δεν εξαφανίζεται. Δεν «ηρεμεί». Αντίθετα, αποκαλύππτεται. Η απλότητα, στην περίπτωσή του, δεν είναι υποχώρηση. Είναι συμπύκνωση. Είναι η στιγμή που όλα όσα ξέρει για τη μόδα αποσύρονται στο παρασκήνιο και μένει μόνο το ουσιώδες. Η σιλουέτα. Η στάση του σώματος. Η άνεση. Η αυτοπεποίθηση που δεν χρειάζεται απόδειξη. Σε αυτό το σημείο, το ντύσιμο του Λάκη Γαβαλά γίνεται σχεδόν εκπαιδευτικό, χωρίς να είναι ποτέ δασκαλίστικο.

Η σιλουέτα σαν δήλωση ζωής
Το πρώτο πράγμα που παρατηρεί κανείς στο «απλό» του ντύσιμο είναι η ακρίβεια. Τίποτα δεν είναι τυχαίο. Το σακάκι έχει το σωστό ώμο. Το παντελόνι έχει τέλειο μήκος. Το ύφασμα έχει βάρος. Ακόμη και το denim του έχει δομή. Δεν υπάρχει η λογική του «φόρεσα κάτι πρόχειρο». Υπάρχει η λογική του «επέλεξα κάτι που στέκεται». Και αυτή η επιλογή δεν αφορά την ηλικία, το σώμα ή το κοινωνικό πλαίσιο. Αφορά τη σχέση με τον εαυτό. Το σώμα δεν προσπαθεί να κρυφτεί. Δεν προσπαθεί να δείξει κάτι άλλο. Απλώς υπάρχει μέσα στα ρούχα του.

Το χρώμα σαν σιωπή
Στο απλό του ντύσιμο, ο Λάκης Γαβαλάς επιλέγει συχνά μαύρο, σκούρο μπλε, καφέ, γήινες αποχρώσεις. Όχι γιατί φοβάται το χρώμα. Αλλά γιατί το έχει ήδη κατακτήσει. Το χρώμα, εδώ, λειτουργεί σαν σιωπή. Σαν παύση ανάμεσα σε δύο έντονες προτάσεις. Και αυτή η παύση είναι που δίνει βάρος σε όλα όσα έχουν προηγηθεί.

Τα αξεσουάρ σαν μνήμη
Αν υπάρχει ένα στοιχείο που ενώνει το εκκεντρικό και το απλό ντύσιμο του Λάκη Γαβαλά, είναι τα αξεσουάρ. Ποτέ δεν είναι πολλά. Ποτέ δεν είναι διακοσμητικά. Είναι πάντα φορτισμένα. Ένα κόσμημα μπορεί να παραπέμπει σε μια εποχή. Ένα φουλάρι σε ένα ταξίδι. Μια τσάντα σε μια ιστορία που δεν λέγεται. Στο απλό του ντύσιμο, το αξεσουάρ δεν προσθέτει θόρυβο. Προσθέτει βάθος.

Η ιστορία πίσω από το βλέμμα
Για να καταλάβει κανείς γιατί αυτό το απλό ντύσιμο έχει τέτοια δύναμη, πρέπει να θυμηθεί τη διαδρομή. Την άνοδο, την έκθεση, τη σύγκρουση, τη δημόσια πτώση, την επανατοποθέτηση. Ο Λάκης Γαβαλάς δεν είναι μια φιγούρα που πέρασε αλώβητη από τον χρόνο. Κουβαλά εμπειρία. Κουβαλά ρίσκο. Κουβαλά απώλειες και επιστροφές. Και αυτό φαίνεται όταν δεν προσπαθεί να εντυπωσιάσει. Και αυτό ακριβώς κάνει το απλό ντύσιμο του να μην μοιάζει ποτέ επίπεδο. Που έχει ήδη ζήσει όλα τα στάδια της εικόνας. Που ξέρει πότε να μιλήσει και πότε να σωπάσει.

Ένα ήσυχο manual για το πώς να ντύνεσαι χωρίς να κρύβεσαι
Το πρώτο μοτίβο είναι η σιλουέτα.
Σχεδόν πάντα υπάρχει καθαρή γραμμή. Ένα σακάκι με σωστό ώμο. Ένα παντελόνι που στέκεται μόνο του, χωρίς να ζητάει βοήθεια από trends ή από στιγμιαία styling κόλπα. Ακόμη και το denim του δεν είναι ποτέ «χαλαρό» με την έννοια της αδιαφορίας. Είναι μετρημένο. Σαν να έχει προηγηθεί σκέψη, πρόβα, απόφαση. Δεν είναι θέμα φόρμας. Είναι θέμα πρόθεσης. Τα ρούχα δεν καλούνται να εντυπωσιάσουν. Καλούνται να σταθούν.
Το δεύτερο μοτίβο είναι το χρώμα.
Στο απλό του ντύσιμο, η παλέτα κινείται σχεδόν τελετουργικά γύρω από το μαύρο, το καφέ, το σκούρο μπλε, το λευκό, το γήινο. Όχι για να εξαφανιστεί. Αλλά για να αφήσει τον εαυτό του να φανεί χωρίς φωνές. Το χρώμα λειτουργεί σαν πλαίσιο, όχι σαν πρωταγωνιστής. Είναι μια επιλογή σιωπής μέσα σε έναν κόσμο που φωνάζει. Και αυτή η σιωπή έχει βάρος.
Το τρίτο και ίσως πιο ουσιαστικό μοτίβο είναι τα αξεσουάρ.
Ποτέ πολλά. Ποτέ τυχαία. Ένα κόσμημα, ένα φουλάρι, μια τσάντα, ένα ζευγάρι γυαλιά. Στο απλό του ντύσιμο, το αξεσουάρ δεν προσθέτει θόρυβο. Προσθέτει αφήγηση. Δηλώνει εμπειρία. Δηλώνει ότι αυτός που ντύνεται έχει ζήσει, έχει δει, έχει δοκιμάσει. Δεν δείχνει τι αγόρασε. Δείχνει τι κουβαλά.

Ένα βαθιά δημοκρατικό μήνυμα για το απλό ντύσιμο
Ίσως αυτό να είναι και το πιο σημαντικό στοιχείο. Το απλό ντύσιμο του Λάκη Γαβαλά δεν αποκλείει. Δεν λέει «γίνε σαν εμένα». Λέει «εμπιστεύσου τον εαυτό σου». Δεν χρειάζεται να ανήκεις σε κάποιον χώρο. Δεν χρειάζεται να είσαι νέος. Δεν χρειάζεται να είσαι τολμηρός. Δεν χρειάζεται να ξέρεις ονόματα οίκων. Χρειάζεται μόνο να καταλάβεις τι σε στηρίζει και να το φορέσεις με ακρίβεια.

Όταν η μόδα γίνεται γλώσσα
Στο εκκεντρικό του ντύσιμο, ο Λάκης Γαβαλάς μας δείχνει τι μπορεί να γίνει η μόδα όταν απελευθερωθεί από κανόνες. Στο απλό του ντύσιμο, μας δείχνει κάτι ίσως πιο δύσκολο. Πώς να υπάρχουμε μέσα στα ρούχα μας χωρίς να κρυβόμαστε πίσω τους. Και ίσως τελικά αυτό να είναι το πιο σύγχρονο μήνυμα. Σε μια εποχή υπερπαραγωγής εικόνας, ο Λάκης Γαβαλάς μας υπενθυμίζει ότι το στιλ δεν είναι προνόμιο, ούτε performance. Είναι στάση ζωής. Και αυτή η στάση, όταν είναι αληθινή, δεν χρειάζεται ούτε φωνή ούτε υπερβολή. Χρειάζεται μόνο παρουσία.

Διαβάστε επίσης: Αθηνά Οικονομάκου: Οι eco fur δεν βγαίνουν πια μόνο το βράδυ