Επιλέξτε το OK! ως προτεινόμενη πηγή στο Google

Χρειάστηκαν περισσότεροι από έξι αιώνες για να ολοκληρωθεί ο Ναός του Ολυμπίου Διός. Η κατασκευή του ξεκίνησε γύρω στο 515 π.Χ., στα χρόνια των Πεισιστρατιδών — πριν ακόμη από τον Μαραθώνα, τις Θερμοπύλες και τη Σαλαμίνα. Ύστερα από διακοπές, αλλαγές σχεδίων και αυτοκρατορίες, ολοκληρώθηκε από τον Αδριανό, ο οποίος τον εγκαινίασε το 131-132 μ.Χ. Κάποτε ήταν ένας από τους μεγαλύτερους ναούς του αρχαίου κόσμου. Οι κίονες του φτάνουν σχεδόν τα 17 μέτρα και, αιώνες αργότερα, ένας χριστιανός ασκητής έστησε τη μικρή σκήτη του ψηλά, ανάμεσά τους. Περιηγητές του 18ου αιώνα κατέγραφαν την ιστορία ενός ανθρώπου που ζούσε εκεί για χρόνια, κατεβάζοντας με ένα σκοινί το καλάθι όπου οι Αθηναίοι του άφηναν τροφή.

σύγχρονη Ελληνίδα
( instagram / costantzasbokou )

Για εμάς που ζούμε σε αυτή την πλευρά της Αθήνας, οι κολόνες του Ολυμπιείου είναι ταυτόχρονα μνημείο και καθημερινή εικόνα. Τις βλέπουμε περπατώντας, περνώντας με το αυτοκίνητο ή το λεωφορείο, σχεδόν χωρίς πια να χρειάζεται να σηκώσουμε το βλέμμα. Κι όμως, κάποιες στιγμές το σκηνικό σε αναγκάζει να τις κοιτάξεις ξανά. Μια τέτοια στιγμή ήταν αυτή.

σύγχρονη Ελληνίδα
( instagram / costantzasbokou )

Μπροστά στις κολόνες του Ολυμπιείου, καθώς το φως της Αθήνας έπεφτε και ο ναός άρχιζε να διαγράφεται στο σκοτάδι, η Κωνστάντζα Σμπώκου, με ένα μαύρο sleeveless φόρεμα, βρέθηκε να συζητά για κάτι που βρίσκεται στην άλλη άκρη του χρόνου, την Τεχνητή Νοημοσύνη και το μέλλον του πολιτισμού. Η αφορμή ήταν η πρώτη συνάντηση των Πρέσβεων Καλής Θελήσεως της UNESCO που πραγματοποιήθηκε εκτός της έδρας του οργανισμού στο Παρίσι. Η τριήμερη διοργάνωση στην Αθήνα περιλάμβανε την ειδική συζήτηση «Artificial Intelligence and Culture», με τη συμμετοχή της Σμπώκου και της Amal Clooney. Η Κωνστάντζα Σμπώκου, Πρέσβειρα Καλής Θελήσεως της UNESCO για την Προστασία και την Προώθηση του Πολιτισμού, βρισκόταν στο κέντρο αυτής της εικόνας. Για να καταλάβει όμως κανείς τη σχέση αυτής της σύγχρονης Ελληνίδας με την πολιτιστική μνήμη, πρέπει να αφήσει για λίγο την Αθήνα, και να πάει στα Ανώγεια.

σύγχρονη Ελληνίδα

Πριν από τα Ανώγεια, η αρχιτέκτονας

Η Κωνστάντζα Σμπώκου γεννήθηκε στην Κρήτη, σπούδασε Αρχιτεκτονική στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο και συνέχισε στο Harvard Graduate School of Design. Είναι συνιδιοκτήτρια και πρόεδρος της PHĀEA, ενώ η επαγγελματική της πορεία έχει συνδεθεί με την TEMES και το Costa Navarino. Από το 2017 βρίσκεται επίσης στην προεδρία της Endeavor Greece. Αυτά γράφει, λίγο πολύ, ένα βιογραφικό.

σύγχρονη Ελληνίδα

Μια φωτογραφία από ένα εργοτάξιο λέει κάτι περισσότερο. Με κράνος, ανακλαστικό γιλέκο και σχέδια στο χέρι, η Σμπώκου στέκεται μπροστά σε ένα κτίριο που ακόμη δεν έχει τελειώσει. Τσιμέντο, σκαλωσιές, χώμα, καμπύλες που μόλις αρχίζουν να αποκτούν την τελική τους μορφή. Η αρχιτεκτονική, άλλωστε, αρχίζει πολύ πριν από το ωραίο κτίριο της φωτογραφίας. Και αυτή η σχέση με την κατασκευή, με το υλικό, τη φόρμα, τη λειτουργία και τα χέρια που μετατρέπουν ένα σχέδιο σε αντικείμενο, αποκτά διαφορετικό ενδιαφέρον όταν γνωρίζεις την οικογενειακή ιστορία της. Γιατί πολύ πριν από την αρχιτέκτονα υπήρξε μια άλλη γυναίκα της οικογένειας που κατασκεύαζε πράγματα με τα χέρια της.

σύγχρονη Ελληνίδα

Η γιαγιά Αγάπη και ένας αργαλειός

Η Αγάπη Σμπώκου, το γένος Σκουλά, γνωστή ως Σμπωκαγάπη ή Σμπωκοβασίλαινα, ήταν η γιαγιά της. Είχε μάθει να υφαίνει από παιδί, όπως πολλές γυναίκες των Ανωγείων εκείνης της εποχής. Ώσπου ήρθε το 1944. Οι Γερμανοί κατέστρεψαν τα Ανώγεια. Η Αγάπη εγκατέλειψε το χωριό και, σύμφωνα με την αφήγηση της εγγονής της, περπάτησε μέχρι το Ηράκλειο με δύο παιδιά και ένα ακόμη στην κοιλιά. Είχε χάσει τον τόπο της. Δεν είχε χάσει όμως αυτό που ήξεραν τα χέρια της. Στο Ηράκλειο έστησε εργαστήριο υφαντικής. Με τον καιρό, δίπλα της εργάζονταν έως και 40 υφάντρες. Τα υφαντά ταξίδεψαν πολύ μακρύτερα από την Κρήτη, ακόμη και μέχρι την Αυστραλία. Αλλά αυτή δεν είναι μόνο μια όμορφη ιστορία ελληνικής χειροτεχνίας.

Για τις γυναίκες που κάθονταν στους αργαλειούς, η υφαντική σήμαινε δικό τους εισόδημα. Χρήματα που μπορούσαν να στηρίξουν ένα σπίτι, μια οικογένεια, τις σπουδές ενός παιδιού. Σε μια εποχή πολύ διαφορετική από τη δική μας, ο αργαλειός μπορούσε να γίνει ένα μικρό εργαλείο οικονομικής ανεξαρτησίας. Η Σμπωκοβασίλαινα επέστρεψε αργότερα στα Ανώγεια και δημιούργησε νέο εργαστήριο. Τα υφαντά της πέρασαν ακόμη και στα πρώτα ξενοδοχεία που δημιούργησε ο γιος της, Γιάννης Σμπώκος. Πολύ πριν το contemporary hospitality αρχίσει να μιλά για local identity, craft και αυθεντικά αντικείμενα, μια γυναίκα από τα Ανώγεια το έκανε ήδη στην πράξη.

Η εγγονή επιστρέφει

Δεκαετίες αργότερα, η εγγονή γύρισε στο ίδιο σημείο. Η Κωνστάντζα Σμπώκου, μαζί με την κόρη της Κάρμεν Κωνσταντακοπούλου, επέστρεψε στο παλιό σπίτι και εργαστήριο της οικογένειας στο Περαχώρι των Ανωγείων. Από αυτή την επιστροφή γεννήθηκε το Ανώγεια Κέντρο Υφαντικής Anogeia Weaving House. Όχι σαν ένας ακόμη χώρος όπου η παράδοση τοποθετείται πίσω από μια προθήκη. Το στοίχημα είναι ακριβώς το αντίθετο, να συνεχίσει να χρησιμοποιείται. Αργαλειοί, παλιά οικογενειακά υφαντά, τεχνικές, workshops, έρευνα και σύγχρονο design συναντιούνται σε έναν χώρο όπου η μνήμη αποκτά ξανά λειτουργία.

Και εδώ βρίσκεται ίσως ένα από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία στην πορεία μιας σύγχρονης Ελληνίδας, η επιστροφή στις ρίζες δεν γίνεται για να αναπαραστήσει το παρελθόν. Γίνεται για να δει τι μπορεί να δημιουργήσει με αυτό σήμερα.

Όταν το νήμα φτάνει στη σύγχρονη δημιουργία

Η ιστορία της υφαντικής δεν σταματά όμως στην αποκατάσταση ενός παλιού εργαστηρίου. Στις εικόνες από τη σημερινή ζωή της Σμπώκου, το νήμα επανέρχεται σχεδόν κυριολεκτικά. Τη βλέπουμε σε νηματουργείο, ανάμεσα σε μηχανές, μπομπίνες και δεκάδες αποχρώσεις. Στα Ανώγεια στέκεται μπροστά σε τεράστια υφαντά όπου το πορτοκαλί συναντά το βαθύ μπλε, το κόκκινο το ροζ και τα παραδοσιακά μοτίβα αποκτούν μια απροσδόκητα σύγχρονη γραφιστική δύναμη. Κοιτάζοντάς τα σήμερα, δύσκολα τα περιορίζεις στη λέξη «παράδοση».

( instagram / costantzasbokou )

Θα μπορούσαν να βρίσκονται σε ένα contemporary interior. Να γίνουν αφετηρία για ένα αντικείμενο design. Ακόμη και να δώσουν την πρώτη ιδέα για μια fashion collection. Νήμα, χρώμα, αφή, σχέδιο. Το λεξιλόγιο της υφαντικής δεν βρίσκεται τελικά τόσο μακριά από εκείνο της μόδας. Ούτε και από την αρχιτεκτονική, όπου πάλι όλα ξεκινούν από υλικό, αναλογία και φόρμα.

Η Σμπώκου κινείται ανάμεσα σε αυτούς τους κόσμους με αξιοσημείωτη φυσικότητα. Τη μία στιγμή βρίσκεται σε ένα εργοτάξιο με σχέδια στο χέρι, την άλλη ανάμεσα σε αργαλειούς και νήματα και λίγο αργότερα στο Ηρώδειο ή σε μια διεθνή συνάντηση για τον πολιτισμό. Αρχιτεκτονική, χειροτεχνία, hospitality, design και μόδα ακουμπούν συνεχώς το ένα το άλλο.

( instagram / costantzasbokou )

Και μετά είναι τα ρούχα

Κοιτάζοντας αρκετές εμφανίσεις της στη σειρά, ένας προσωπικός κώδικας αρχίζει γρήγορα να γίνεται αναγνωρίσιμος. Το λευκό πουκάμισο, τα wide-leg παντελόνια, το navy, το μαύρο και οι αποχρώσεις της άμμου αποτελούν τη βάση. Από εκεί και πέρα εμφανίζονται pinstripes, έντονοι ώμοι, καρό, κεντήματα, prints και designer pieces. Κατά διαστήματα αφήνει όλη αυτή τη σχεδόν αρχιτεκτονική ουδετερότητα και επιλέγει ένα δυνατό, καθαρό χρώμα, όπως το έντονο chartreuse της μπλούζας στη συγκεκριμένη φωτογραφία. Δεν το συνδυάζει με πολλά, το αφήνει να κάνει μόνο του τη δουλειά.

( instagram / costantzasbokou )

Υπάρχει όμως και μια λεπτομέρεια που επανέρχεται στις πιο δημόσιες εμφανίσεις της, τα sleeveless φορέματα. Στο Ολυμπιείο επιλέγει μαύρο, μακρύ φόρεμα με V λαιμόκοψη. Στην Πνύκα, με την Ακρόπολη πίσω της, επιστρέφει στο μαύρο και πάλι χωρίς μανίκια. Στο Ηρώδειο αντιστρέφει την παλέτα λευκό, μακρύ, sleeveless, με καθαρή γραμμή. Τρία διαφορετικά ιστορικά σκηνικά της Αθήνας, σχεδόν ο ίδιος ενδυματολογικός κώδικας.

( instagram / costantzasbokou )

Και αυτό έχει ενδιαφέρον, γιατί η υπόλοιπη γκαρνταρόμπα της είναι πολύ λιγότερο αυστηρή. Μπορεί να φορέσει ένα pinstripe blazer με έντονους ώμους και, σε άλλη περίσταση, μια floral Dior φούστα με μαύρο σακάκι και espadrilles. Στα Ανώγεια επιλέγει navy top, χακί wide-leg παντελόνι και μπότες, ενώ στην Πέτρα της Ιορδανίας το λευκό πουκάμισο και το παντελόνι στο χρώμα της άμμου σχεδόν συνομιλούν με την πέτρα γύρω της.

Δεν είναι μια γυναίκα που φοβάται τη μόδα. Απλώς δεν αισθάνεται την ανάγκη να αποδείξει ότι την παρακολουθεί. Από τα Ανώγεια και την Πέτρα μέχρι το Ολυμπιείο, την Πνύκα ή το Ηρώδειο, η περίσταση αλλάζει, ο προσωπικός της κώδικας παραμένει αναγνωρίσιμος.

Πίσω στις κολόνες

Και κάπως έτσι επιστρέφουμε εκεί όπου ξεκινήσαμε. Στο Ολυμπιείο. Στις κολόνες ενός ναού που άρχισε να χτίζεται το 515 π.Χ., πριν από τον Μαραθώνα και τις Θερμοπύλες, και χρειάστηκε περισσότερο από έξι αιώνες για να ολοκληρωθεί, μια σύγχρονη Ελληνίδα συζητά για την Τεχνητή Νοημοσύνη και το μέλλον του πολιτισμού.

( instagram / costantzasbokou )

Στα Ανώγεια, εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά, ένας αργαλειός θυμίζει μια πολύ παλιότερη τεχνολογία, νήμα, χέρια, σχέδιο, επανάληψη. Ανάμεσα στις δύο εικόνες βρίσκεται η Κωνστάντζα Σμπώκου.

studio Panoulis

Η εγγονή μιας γυναίκας που, μετά την καταστροφή του τόπου της, ξανάστησε τη ζωή της υφαίνοντας. Η αρχιτέκτονας που επέστρεψε στο σπίτι εκείνης της γυναίκας για να κρατήσει την τέχνη της σε κίνηση. Και η Πρέσβειρα Καλής Θελήσεως της UNESCO που σήμερα συμμετέχει στη συζήτηση για το τι από τον πολιτισμό μας θα περάσει στην επόμενη εποχή. Από έναν αρχαίο ναό σε ένα εργοτάξιο. Από έναν αργαλειό στην AI. Από τα Ανώγεια στην UNESCO. Η απόσταση μοιάζει τεράστια. Το νήμα, τελικά, είναι το ίδιο.

studio Panoulis

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ