Επιλέξτε το OK! ως προτεινόμενη πηγή στο Google

Η τέχνη του μηνύματος δεν εμφανίζεται ξαφνικά στη μόδα, αλλά επιστρέφει κάθε φορά που ένα ρούχο παύει να είναι απλώς αντικείμενο και αποκτά θέση μέσα σε μια ευρύτερη πολιτισμική συζήτηση. Στη δεκαετία του ’80, τα T-shirts της Catherine Hamnett και οι παρεμβάσεις της Vivienne Westwood μετέφεραν τη γλώσσα από τον δρόμο στο σώμα, μετατρέποντας τη λέξη σε δήλωση που δεν μπορούσε να αγνοηθεί.  Σήμερα, αυτή η ανάγκη επανέρχεται με διαφορετικούς όρους, λιγότερο κραυγαλέους αλλά εξίσου προσωπικούς, και βρίσκει μια ιδιαίτερη εκδοχή στο έργο του Γιώργου Μεσημέρη, ο οποίος μέσα από το ХАРД Clo προσεγγίζει τη μόδα σαν ένα πεδίο όπου η εικόνα, η γλώσσα και η εμπειρία συνυπάρχουν χωρίς να χρειάζεται να εξηγηθούν πλήρως.  Το brand του δεν ξεκίνησε σαν επιχείρηση, αλλά σαν ανάγκη δημιουργίας ενός προσωπικού χώρου εικόνων, ενός ψηφιακού moodboard που μετέφερε αναφορές, συναισθήματα και σκέψεις χωρίς να τις οργανώνει σε ένα άμεσο αποτέλεσμα. Μέσα από αυτή τη διαδικασία, οι λέξεις απέκτησαν υλικότητα, έγιναν T-shirts, έγιναν αντικείμενα που δεν φοριούνται απλώς, αλλά μεταφέρουν μαζί τους ένα ίχνος σκέψης.

η τέχνη του μηνύματος

Από ένα moodboard σε έναν προσωπικό κόσμο

Πώς ξεκίνησε το ХАРД Clo;

Το ХАРД Clo ξεκίνησε σε μια περίεργη συνθήκη, όχι αστεία, αλλά περισσότερο σαν ανάγκη μου να είμαι πιο δημιουργικός. Η πρώτη κίνηση δεν είχε καμία σχέση με ρούχα. Ήθελα να φτιάξω ένα Instagram που να λειτουργεί σαν moodboard, όπως τα παλιά ταμπλό, όπου έβαζες εικόνες και references. Ήθελα να μεταφέρω αυτή τη λογική σε έναν δικό μου χώρο, χωρίς να σκέφτομαι ότι θα γίνει brand. Το 2017, αρχές Μαΐου, πήγα με μια φίλη μου στον Πειραιά, γιατί τότε υπήρχε όλο το προσφυγικό στις πύλες του λιμανιού. Εκεί κάναμε ένα είδος ντοκιμαντέρ, παρατηρώντας τους εθελοντές και πώς άλλαζε η δυναμική ανάμεσα σε αυτούς και στους πρόσφυγες. Θυμάμαι πολύ έντονα ένα παιδί που έγραφε σε έναν τοίχο τη φράση “no borders”. Εκεί ένιωσα ότι κάτι κλείδωσε μέσα μου. Όταν γύρισα, κατάλαβα ότι αυτό που είχα στο μυαλό μου, όλο αυτό το moodboard και η ανάγκη να εκφραστώ, μπορεί να πάρει μορφή. Όχι απαραίτητα για όλους, αλλά για έναν κόσμο που θα μπορεί να μπει μέσα σε αυτό.

Και γι’ αυτό επέλεξες το κυριλλικό;

Ναι. Ήταν αγγλικές λέξεις γραμμένες σε κυριλλικό, σαν τα greeklish αλλά αντίστροφα. Ουσιαστικά δεν υπάρχει σαν γλώσσα. Ένας Ουκρανός δεν μπορεί να το διαβάσει σωστά, γιατί μπερδεύεται, ένας Άγγλος δεν καταλαβαίνει τι είναι, ενώ ένας Έλληνας το βλέπει κάπως οικείο. Αυτό μου άρεσε πολύ, γιατί δημιουργούσε έναν κώδικα που δεν είναι άμεσα προσβάσιμος. Είναι σαν να φτιάχνεις έναν δικό σου κόσμο, πιο εσωτερικό, που δεν χρειάζεται να ανοίγεται πλήρως προς τα έξω.

η τέχνη του μηνύματος

Και το όνομα;

Είχα ένα σκουφάκι που έγραφε “hardcore”. Κάποια στιγμή κοιτάχτηκα στον καθρέφτη και στάθηκα στη λέξη “hard”. Από εκεί ξεκίνησε όλο. Μετά ήρθε το ХАРД Clo και άρχισα να το ψάχνω. Στα ρώσικα δεν σημαίνει ακριβώς αυτό που σημαίνει στα αγγλικά, και αυτό μου άρεσε πολύ. Με μια μικρή αλλαγή δημιουργείται κάτι τελείως διαφορετικό. Και κάπως εκεί έδεσε. 

Πότε κατάλαβες ότι αυτό μπορεί να γίνει κάτι παραπάνω;

Στην αρχή δεν υπήρχε προϊόν. Υπήρχαν μόνο οι λέξεις. Κάποια στιγμή, μετά από μια συνέντευξη, μια κοπέλα μου έστειλε μήνυμα και μου είπε ότι θέλει να αγοράσει ένα T-shirt. Και εκεί έπαθα σοκ, γιατί δεν υπήρχε. Ήθελε συγκεκριμένα τη λέξη “Borders”, που ήταν από τις πρώτες φράσεις. Τότε κάθισα με φίλους και είπαμε τι κάνουμε τώρα. Και εκεί ήρθε η ιδέα ότι πρέπει να γίνει παραγωγή.

Και λειτουργείς με limited κομμάτια;

Εκεί ειπώθηκε κάτι που με καθόρισε. Ένας φίλος μου με ρώτησε αν θέλω τα ρούχα μου να τα έχει όλη η Αθήνα ή να τα θέλει όλη η Αθήνα. Και κατάλαβα αμέσως ότι θέλω το δεύτερο. Οπότε ξεκίνησα με πολύ μικρές παραγωγές, αριθμημένες, μέχρι ένα συγκεκριμένο σημείο και μετά τέλος. Και αυτό έμεινε σαν βασική αρχή.

η τέχνη του μηνύματος

Από τα περιοδικά στο εργαστήριο

Πώς ξεκίνησε η σχέση σου με τη μόδα;

Είναι λίγο κλισέ, αλλά από μικρός υπήρχε αυτή η κλίση. Η γιαγιά μου ήταν μοδίστρα και η μαμά μου ασχολούνταν με ρούχα, έχει μαγαζί στην Κέρκυρα. Θυμάμαι να κοιτάζω περιοδικά στο σπίτι, να τα ξεφυλλίζω και να σκέφτομαι ότι κάποια στιγμή θέλω να είμαι μέσα σε αυτόν τον κόσμο. Μου έλεγαν και οι δικοί μου ότι από μικρός είχα μια σχέση με αυτό, χωρίς να το καταλαβαίνω τότε ακριβώς. Απλώς μου άρεσε να βλέπω εικόνες, ρούχα, να φαντάζομαι πράγματα. Μεγαλώνοντας κατάλαβα ότι όντως ήταν κάτι που υπήρχε από την αρχή.

Σπούδασες κάτι σχετικό με τη μόδα;

Όχι ακριβώς. Σπούδασα ανακαίνιση και αποκατάσταση κτιρίων. Έφυγα από την Κέρκυρα και πήγα στην Πάτρα. Είναι ένας κλάδος που έχει σχέση με την αρχιτεκτονική, με δομές, με το πώς στήνεις κάτι. Και τελικά με βοήθησε, γιατί μου έδωσε άλλες βάσεις, άλλα references. Δεν ήταν άμεσα

η τέχνη του μηνύματος

Η Πάτρα σε βοήθησε σε αυτό που κάνεις σήμερα;

Ναι, γιατί ήταν μια καλή μετάβαση. Από την Κέρκυρα στην Πάτρα και μετά στην Αθήνα. Αν πήγαινα κατευθείαν στην Αθήνα ίσως να με φόβιζε περισσότερο. Εκεί άρχισα να κάνω και buying για το μαγαζί της μαμάς μου. Ερχόμουν Αθήνα και διάλεγα ρούχα, και αυτό με έβαλε πιο ενεργά στη διαδικασία να καταλάβω τι θέλω να κάνω. Ήμουν και μικρός, 18-21, και εκεί άρχισε να γίνεται πιο έντονο μέσα μου.

Στην Αθήνα πώς ήρθες και μπήκες στη μόδα;

Ήρθα το 2011. Είχα κάνει ένα ραντεβού με τους Μελή και Λάσκο για το μαγαζί της μητέρας μου στην Κέρκυρα, αλλά τελικά δεν έδιναν χονδρική. Είχα ήδη γραφτεί στη σχολή Βελουδάκη και ετοιμαζόμουν να ξεκινήσω μαθήματα. Κράτησα επαφή με τον Κωνσταντίνο Μελή και τον Γιάννη Λάσκο από το προηγούμενο ραντεβού και τους πήρα τηλέφωνο για να τους πω ότι πλέον θα βρίσκομαι στην Αθήνα. Τυχαίνει εκείνη την περίοδο να αρρωστήσει ένας συνεργάτης τους και μου λένε να πάω δοκιμαστικά. Και εκεί ξεκίνησαν όλα. Ήταν και η περίοδος που ετοίμαζαν το πρώτο τους show, οπότε μπήκα κατευθείαν σε μια πολύ έντονη διαδικασία. Ουσιαστικά έγινα βοηθός σε όλο αυτό και έμαθα μέσα από την πράξη.

Η σχολή σε βοήθησε ή περισσότερο η δουλειά;

Η αλήθεια είναι ότι η σχολή υπήρχε, αλλά η πραγματική σχολή ήταν ο Γιάννης και ο Κωνσταντίνος. Εκεί έμαθα τα πάντα στην πράξη. Μπορούσα να δοκιμάσω πράγματα, να δω πώς γίνεται ένα πατρόν, πώς στήνεται μια συλλογή. Και το σημαντικό είναι ότι ήταν πολύ ανοιχτοί άνθρωποι. Δεν με περιόρισαν. Μπορούσα να πάω να βοηθήσω και σε άλλα shows, να δω πράγματα, να μάθω.

Είχες από τότε αυτή την ανάγκη να κάνεις πολλά πράγματα ταυτόχρονα;

Ναι, δεν μου έφτανε. Δούλευα μέσα στη βδομάδα και τα Σαββατοκύριακα πήγαινα και έκανα άλλα πράγματα με φίλους, δοκιμές, projects. Ήθελα συνέχεια να δημιουργώ. Αυτό δεν έχει αλλάξει. Απλώς τώρα όλο αυτό βγαίνει μέσα από το ХАРД Clo.

Και πώς πέρασες από το styling στο δικό σου brand;

Η δημιουργία πάντα υπήρχε, απλώς παλιότερα την εξέφραζα μέσα από άλλες δουλειές. Τώρα τη βγάζω μέσα από το ХАРД. Εκεί μπορώ να κάνω το concept που θέλω, χωρίς να υπάρχει κάποιος να μου το περιορίσει. Πέρυσι, για παράδειγμα, κάναμε και μια ταινία μικρού μήκους. Ήταν κάτι πολύ σημαντικό για μένα, γιατί ήταν μια άλλη μορφή αφήγησης, αλλά με την ίδια λογική.

Πόσο σημαντικοί είναι οι συνεργάτες σου;

Πολύ. Είναι ίσως το πιο συγκινητικό κομμάτι. Το να μπορείς να πεις μια ιδέα και ο άλλος να την καταλάβει αμέσως, να υπάρχει κοινό σημείο. Με την Εύα Μπαλάση, για παράδειγμα, υπάρχει αυτό. Βάλαμε κάτω την ιδέα για την ταινία, κρατήσαμε τα βασικά και δεν χρειάστηκε να εξηγήσουμε πολλά. Το ίδιο συνέβη και με την Ιωάννα Τζετζούμη, η οποία έκανε την πρώτη φωτογράφιση του ΧАРД Clo. Υπήρχε από την αρχή μια κοινή αντίληψη για την εικόνα, μια πιο αυθόρμητη και λιγότερο “γυαλισμένη” προσέγγιση, που ταίριαξε πολύ με τον τρόπο που ήθελε να παρουσιαστεί το brand στα πρώτα του βήματα. Όταν υπάρχει αυτό, όλα γίνονται πιο εύκολα.

Πώς δουλεύεις τις συλλογές σου σήμερα;

Πλέον κάθε χρονιά έχει μια βασική θεματική που εξελίσσεται. Για παράδειγμα, ο Καβάφης ήταν μια συλλογή που κράτησε χρόνο και αναπτύχθηκε μέσα από λεπτομέρειες. Αυτό που μας ενδιέφερε ήταν το πώς ταξίδευε και έστελνε επιστολές από ξενοδοχεία, οπότε δημιουργήσαμε μια συλλογή σαν “καρτ ποστάλ”. Κάθε κομμάτι είχε ένα στοιχείο αυτής της διαδρομής. Παλιότερα οι συλλογές τελείωναν γρήγορα και ο κόσμος δεν προλάβαινε να τις ζήσει. Τώρα υπάρχει περισσότερος χρόνος για να αναπτυχθεί η ιστορία.

η τέχνη του μηνύματος

Το κατάστημα και η στιγμή της απόφασης

Πότε αποφάσισες ότι αυτό πρέπει να γίνει το βασικό σου focus;

Η τελική απόφαση ήρθε όταν άνοιξα το μαγαζί. Μέχρι τότε κρατούσα και άλλα πράγματα, αλλά όταν μπήκα σε αυτή τη διαδικασία κατάλαβα ότι δεν γίνεται να κάνεις τα πάντα στον ίδιο βαθμό. Θυμάμαι πολύ έντονα τη στιγμή που στήναμε το μαγαζί, είχαμε βάλει το “Σ’ αγαπώ” στη βιτρίνα, που ήταν σαν μια πρώτη δήλωση του χώρου. Και περνάει ένα αυτοκίνητο και μας ρωτάνε αν ανοίγει εδώ το ХАРД Clo. Μετά περνάει άλλο ένα και λέει το ίδιο. Εκεί σκέφτηκα ότι κάτι έχουμε κάνει σωστά, χωρίς να το έχουμε επιδιώξει με τον κλασικό τρόπο. Αυτό που με συγκίνησε περισσότερο ήταν το πώς άνοιξε η γειτονιά. Το καλωσόρισμα, η αίσθηση ότι μπαίνεις σε ένα σημείο που σε αποδέχεται, χωρίς να χρειάζεται να εξηγήσεις τι κάνεις.

Και το Παγκράτι, πώς βρέθηκες εδώ;

Δεν έμενα εδώ αρχικά. Είχα showroom στην Ερμού, σε όροφο, με ραντεβού. Ήταν μια πιο κλειστή διαδικασία, χωρίς την ανάγκη να είσαι συνεχώς εκεί. Μια φίλη μου είχε έρθει στο showroom και μου είπε να πάρω ένα συγκεκριμένο μαγαζί στο Παγκράτι. Δεν το είχα σκεφτεί σοβαρά στην αρχή, αλλά τελικά προέκυψε μέσα από μια σειρά συμπτώσεων. Ήξερα τον χώρο γιατί παλιότερα ήταν ένα κατάστημα ρούχων και είχα περάσει από εκεί για δουλειές styling. Τον είχα στο μυαλό μου σαν εικόνα και ένιωσα ότι δεν χρειάζεται πολλά για να μεταμορφωθεί. Κάπως έτσι πήρα την απόφαση και τελικά λειτούργησε πολύ φυσικά.

Οι βιτρίνες που κάνεις είναι μια μορφή έκφρασης;

Ναι, από την αρχή το είδα έτσι. Δίπλα στο μαγαζί είναι μια φίλη μου ζωγράφος και σκέφτηκα ότι θα είχε ενδιαφέρον κάθε μήνα να υπάρχει ένας καλλιτέχνης που να “μπαίνει” στον χώρο. Αυτό ξεκίνησε πολύ απλά και μετά εξελίχθηκε. Ήρθαν καλλιτέχνες από έξω, από τον Λίβανο, από το Μόναχο, και έστησαν τη βιτρίνα με τα έργα τους. Δεν το περίμενα να πάρει αυτή τη διάσταση, αλλά με ενδιέφερε από την αρχή.

Πές μας για το Artist of the Month;

Κάθε μήνα υπάρχει ένας καλλιτέχνης που παρουσιάζει τη δουλειά του. Η βιτρίνα γίνεται ένα curated σημείο, και μέσα στο κατάστημα μπορεί κάποιος να δει ή και να αγοράσει έργα. Το επικοινωνώ μέσα από το Instagram, στην αρχή του μήνα παρουσιάζεται ο καλλιτέχνης και μετά όλο αυτό περνάει και στον χώρο. Για μένα είναι πολύ σημαντικό, γιατί όταν δεν είχα το μαγαζί, θα ήθελα να υπάρχει κάποιος που να σου δίνει έναν χώρο να δείξεις τη δουλειά σου χωρίς να χρειάζεται να αποδείξεις κάτι. Στην αρχή είχαμε περισσότερους καλλιτέχνες, τώρα το έχουμε οργανώσει ώστε να είναι πιο συγκεκριμένο, έξι καλλιτέχνες τον χρόνο, ένας κάθε μήνα για συγκεκριμένη περίοδο.

Πόσο συνδεδεμένο είναι το ХАРД Clo με την τέχνη;

Είναι απόλυτα συνδεδεμένο. Το storytelling του brand έρχεται μέσα από την τέχνη, από ταινίες, από ποιήματα, από εικόνες. Δεν ξεκινάει από το ρούχο. Το ρούχο έρχεται μετά, σαν αποτέλεσμα αυτής της διαδικασίας.

Η καθημερινότητα και ο ρυθμός της ημέρας

Πώς ξεκινάς τη μέρα σου;

Με καφέ και μουσική. Συνήθως πίνω αμερικάνο, σκέτο. Αν έχω χρόνο τον φτιάχνω μόνος μου, αλλά όταν πρέπει να φύγω γρήγορα για το μαγαζί, θα περάσω από το Foyer στο Παγκράτι, που έχει γίνει μια σταθερή συνήθεια. Είναι από αυτά τα μικρά πράγματα που σε βάζουν σε ρυθμό χωρίς να το σκέφτεσαι.

Πώς χαλαρώνεις όταν δεν δουλεύεις;

Όταν είμαι στο σπίτι, χαμηλώνω πολύ τον φωτισμό, ανάβω λιβάνι και προσπαθώ να μην σκέφτομαι τίποτα. Είναι μια διαδικασία που μοιάζει με reset. Κάνω διαλογισμό, γιατί νιώθω ότι αλλιώς το μυαλό συνεχίζει να τρέχει με τον ίδιο ρυθμό που έχει μέσα στη μέρα.

Υπάρχει κάποιο βιβλίο που σε έχει επηρεάσει βαθιά;

Το “Ο αγνός εραστής: Μια εξομολόγηση” του David Plante. Είναι από αυτά τα βιβλία που δεν σε επηρεάζουν απαραίτητα με την πλοκή, αλλά με το συναίσθημα που αφήνουν.

Τι διαβάζεις αυτή την περίοδο;

Το “Μαρινέλλα: οι νύχτες που έγιναν μεσημέρια” του Γιάννη Ξανθούλη. Μου αρέσουν πολύ αυτές οι αφηγήσεις που μπλέκουν πραγματικές ζωές με μια πιο λογοτεχνική ματιά.

Μια ταινία που σε έχει σημαδέψει;

Είναι πολλές, αλλά αν πρέπει να πω μία, θα πω το Weekend του Andrew Haigh. Φαινομενικά είναι μια απλή ιστορία, ένα Σαββατοκύριακο, αλλά σε κάνει να συνειδητοποιήσεις πόσο μπορεί να αλλάξει μια ζωή μέσα σε τόσο λίγο χρόνο.

Κάποια που βλέπεις ξανά και ξανά;

Το “Devil Wears Prada”. Μπορώ να το βλέπω συνέχεια. Έχει κάτι πολύ γνώριμο, σχεδόν σαν comfort ταινία, σαν να επιστρέφεις σε κάτι που ήδη ξέρεις.

Τι μουσική ακούς όταν δουλεύεις ή σκέφτεσαι;

Έχω μια λίστα στο Spotify που είναι αρκετά χαλαρή. Αυτή την περίοδο ακούω πολύ Dido, γιατί έχω ένταση και με βοηθά να ισορροπήσω. Η μουσική αλλάζει πολύ ανάλογα με αυτό που κάνω. Όταν δούλευα τον Ερωτόκριτο, άκουγα κρητικά, γιατί ήθελα να μπω σε αυτή την ατμόσφαιρα. Υπάρχουν και στιγμές που μπορεί να ακούω Χατζιδάκη, ειδικά όταν ταξιδεύω, γιατί σε βάζει σε μια άλλη διάθεση.

Πού πηγαίνεις διακοπές στην Ελλάδα;

Στην Ανάφη. Μου αρέσει γιατί είναι μικρή και μπορείς να πας παντού με τα πόδια. Έχει μια αίσθηση οικειότητας, σαν να βρίσκεσαι σε έναν χώρο που δεν σε πιέζει. Πηγαίνω από το 2017, όχι κάθε χρόνο, αλλά πλέον σχεδόν κάθε καλοκαίρι, συνήθως Ιούλιο, πριν γεμίσει πολύ. Εκεί νιώθω ότι μπορώ να ηρεμήσω πραγματικά.

Στο εξωτερικό υπάρχει κάποιος προορισμός που ξεχωρίζεις;

Η Νέα Υόρκη. Έχω πάει μόνο μία φορά, αλλά ήταν αρκετή. Έκανα και τα γενέθλιά μου εκεί, οπότε συνδέθηκε πολύ έντονα μέσα μου. Είναι μια πόλη που σε κάνει να νιώθεις ότι όλα συμβαίνουν ταυτόχρονα. Υπάρχει μια ένταση, μια ενέργεια που δεν μπορείς να τη βρεις εύκολα αλλού. Και ταυτόχρονα, μπορείς να χαθείς μέσα της χωρίς να σε βαραίνει αυτό. Θα ήθελα σίγουρα να ξαναπάω, γιατί νιώθω ότι δεν την έχεις δει ποτέ πραγματικά με μία φορά.

Πώς κινείσαι μέσα στην πόλη;

Περπατάω παντού, δεν οδηγώ. Μου αρέσει να νιώθω την πόλη, να τη διασχίζω. Υπάρχει μια διαδρομή που αγαπώ πολύ, από το Παγκράτι μέχρι την Αεροπαγίτου και το Ηρώδειο. Εκεί μπορεί να κάτσω λίγο, να ακούσω μουσική, να χαλαρώσω, και μετά να συνεχίσω μέχρι το παγωτατζίδικο μιας φίλης μου, το Dolce Far Niente. Είναι μια μικρή τελετουργία.

Το βράδυ πώς διασκεδάζεις;

Μου αρέσει να ξεκινάω με φαγητό και μετά να συνεχίζω για ποτό. Δηλαδή να υπάρχει μια ροή, όχι να είναι κάτι αποσπασματικό. Μου αρέσει πολύ το “Λινού Σουμπάσης και Σία”, τα “Άκρα”, το “Φαραό”, και μετά για ποτό μπορεί να πάω στο “Wine is Fine” ή στη “Φάλαινα”. Είναι μέρη που νιώθεις άνετα, χωρίς να προσπαθούν να σε εντυπωσιάσουν.

Τι να περιμένουμε από τη νέα σου συλλογή;

Η νέα συλλογή είναι πιο αφαιρετική και έχει να κάνει με το φως της Αθήνας. Με αυτή την αίσθηση που έχεις όταν κοιτάς τον ήλιο, κλείνεις λίγο τα μάτια και όλα γίνονται πιο μαλακά. Έχει επηρεαστεί και από το “Ελληνικό ημερολόγιο” του Jean Cocteau, από τον τρόπο που καταγράφει στιγμές στην Ελλάδα. Δεν είναι κάτι κυριολεκτικό, είναι περισσότερο μια αίσθηση που θέλω να περάσει μέσα από τα ρούχα.

Η τέχνη του μηνύματος

Στην Αρχελάου, σε έναν δρόμο που έχει αλλάξει ρυθμό χωρίς να χάσει εντελώς τη σχέση του με τη γειτονιά, το ХАРД Clo του Γιώργου Μεσημέρη βρήκε τη θέση του σχεδόν φυσικά, μέσα σε μια καθημερινότητα που κινείται από το πρωί μέχρι αργά το βράδυ. Ο χώρος του δεν λειτουργεί σαν ένα κλασικό κατάστημα, αλλά περισσότερο σαν ένα ανοιχτό εργαστήριο, όπου η βιτρίνα, το εσωτερικό και το ίδιο το τραπέζι εργασίας αφήνουν ορατή τη διαδικασία, σαν κάτι που συνεχίζεται μπροστά σου και δεν κλείνει ποτέ πλήρως. Μέσα σε αυτή τη λογική, η παρουσία του “Artist of the Month” δεν έρχεται να προστεθεί απλώς, αλλά να ενταχθεί οργανικά, και αυτόν τον μήνα ο Yorgos Sioutos φέρνει τη δική του πρακτική στον χώρο, δημιουργώντας έναν ακόμη διάλογο ανάμεσα στο brand, την τέχνη και την καθημερινότητα της πόλης. Υπάρχει σε όλο αυτό κάτι που επιστρέφει, σχεδόν ασυνείδητα, σε μια πιο παλιά ιδέα, όπου η λέξη δεν ήταν απλώς κάτι που λεγόταν, αλλά κάτι που στεκόταν δημόσια, που αποκτούσε σώμα και παρουσία, θυμίζοντας ότι το νόημα δεν ανήκει ποτέ μόνο σε αυτόν που το δημιουργεί, αλλά και σε αυτόν που το φέρει. Η τέχνη του μηνύματος στο ХАРД Clo δεν επιβάλλεται, δεν προσπαθεί να εξηγήσει τον εαυτό της και δεν ζητά να γίνει κατανοητή από όλους, αλλά υπάρχει σαν ένας ανοιχτός κώδικας που ολοκληρώνεται κάθε φορά διαφορετικά, ανάλογα με αυτόν που τον φοράει, και ίσως εκεί βρίσκεται και η ουσία του, στο ότι το ρούχο δεν είναι ποτέ το τέλος της διαδρομής, αλλά απλώς το σημείο όπου μια ιδέα γίνεται ορατή.

Διαβάστε επίσης: Κώστας Αυγούλης: Τι αλλάζει πραγματικά στη φωτογραφία μόδας σήμερα

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ