Ρωτάμε ένα σύστημα τι να μαγειρέψουμε, «πες μου τι έχω με βάση τα συμπτώματά μου», ακόμα και «πες μου κάτι για να ηρεμήσω». Και πάντα απαντά· αμέσως, ευγενικά, οποιαδήποτε ώρα. Η τεχνητή νοημοσύνη έχει μπει για τα καλά στη ζωή μας, και ομολογουμένως μάς διευκολύνει. Κι αυτό δεν είναι κακό. Είναι ένας πραγματικά πολύτιμος βοηθός σε πολλά επαγγέλματα όπως και σε χίλια δυο καθημερινά μας θέματα· μας οργανώνει, μας εξηγεί, μας δίνει ιδέες και λύσεις, μας γλιτώνει χρόνο και κόπο. Δεν υπάρχει καμία ντροπή στο να τη χρησιμοποιούμε.
Υπάρχει όμως κάτι που δε μπορεί να κάνει: να αντικαταστήσει τον άνθρωπο. Είμαστε πλασμένοι για αληθινή σύνδεση — για ένα βλέμμα, μια αγκαλιά, την παρουσία κάποιου που μας ξέρει στ’ αλήθεια. Μια ζεστή απάντηση σε μια οθόνη δεν είναι το ίδιο με μια ζεστή αγκαλιά· ο εγκέφαλος και η καρδιά μας ξέρουν πολύ καλά τη διαφορά.
Κι υπάρχει κι ένα ακόμη όριο, εξίσου σημαντικό: η τεχνητή νοημοσύνη δεν αντικαθιστά τον ειδικό. Για την υγεία μας, για την ψυχή μας, για κάθε σοβαρό ζήτημα, χρειαζόμαστε τον επιστήμονα της κάθε ειδικότητας — τον γιατρό, τον ψυχολόγο, τον δικηγόρο, τον δάσκαλο, τον άνθρωπο που μας εξετάζει, μας γνωρίζει και αναλαμβάνει την ευθύνη. Ένα σύστημα μπορεί να μας ενημερώσει· δε μπορεί να μας φροντίσει.

Ο κίνδυνος κρύβεται όταν το εργαλείο γίνεται υποκατάστατο. Όταν, αντί να σηκώσουμε το τηλέφωνο σε έναν φίλο ή να κλείσουμε ένα ραντεβού σ’ έναν ειδικό, μένουμε στην εύκολη, σιωπηλή παρηγοριά της οθόνης. Σιγά-σιγά απομονωνόμαστε, κι ο «μυς» των ανθρώπινων σχέσεων ατροφεί.
Η ισορροπία, ευτυχώς, είναι απλή. Ας αξιοποιούμε την τεχνητή νοημοσύνη ως σύμμαχο — για να μαθαίνουμε, να οργανωνόμαστε, να έχουμε μια εύκολη βοήθεια. Και ας στρεφόμαστε στους ανθρώπους και στους ειδικούς για ό,τι μόνο εκείνοι μπορούν να μας δώσουν.
Γιατί στο τέλος, ο άνθρωπος χρειάζεται τον άνθρωπο. Ας αφήσουμε την τεχνολογία να μας χαρίζει χρόνο και χώρο για τους δικούς μας ανθρώπους· όχι να μας απομακρύνει απ’ αυτούς.